Πρώτη σημαία της Ελλάδας ήταν η σημαία του λευκού σταυρού σε μπλε
φόντο που χρησιμοποιήθηκε στην εξέγερση της Μακεδονίας υπό τους
Νικοτσάρα και Σταθά το 1807.
Αυτή ευλογήθηκε και υψώθηκε το 1807 στη Μονή Ευαγγελιστρίας στη
Σκιάθο και σ' αυτή ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς Θεόδωρο
Κολοκοτρώνη, Ανδρέα Μιαούλη, Νικοτσάρα και πολλούς άλλους.
Η δεύτερη παραλλαγή της ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, φτιαγμένη από
το μπλε εσωτερικό του ράσου του και την φουστανέλα ενός συμπολεμιστή
του.
Το 1822, μόλις ένα έτος από την διακήρυξη της ανεξαρτησίας και το
ξεκίνημα του αγώνα των Ελλήνων, έλαβε χώρα η Α´ Εθνική Συνέλευση στην
Επίδαυρο. Στις παραγράφους ρδ' και ρε' υπάρχει η πρώτη απόφαση για τη
μορφή της ελληνικής σημαίας. Το Πολίτευμα καθιέρωσε τα χρώματα κυανό και
λευκό και ανέθεσε στο Εκτελεστικό Σώμα να προσδιορίσει τη μορφή της. Με ποια κριτήρια δημιούργησαν τη σημαία;
Σύμφωνα με μια θεωρία θέλησαν να αποφύγουν το κόκκινο και το
πράσινο, χρώματα δηλαδή που συνδέονταν με την ισλαμική Οθωμανική
Αυτοκρατορία.
Με άλλη θεωρία, τα χρώματα ήθελαν να συμβολίζουν το γαλάζιο της θάλασσας του Αιγαίου και το λευκό των κυμάτων.
Ενώ μια τρίτη θεωρία, η οποία κρίνεται συχνά ως λαϊκός θρύλος, λέει
ότι οι λωρίδες συμβολίζουν τις συλλαβές της φράσης «ελευθερία ή
θάνατος», οι πέντε κυανές τις συλλαβές Ε-λευ-θε-ρί-α και οι τέσσερις
λευκές ή θά-να-τος.
Δείτε παρακάτω μερικές από τις Ελληνικές σημαίες που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης! Η σημαία που χρησιμοποιούσαν οι Κολοκοτρωναίοι από τα τέλη
του 18ου αιώνα. Από το 1806 και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Έχει το γαλάζιο
σταυρό του Αγίου Ανδρέα.
Η παλαιότερη των επαναστατικών. Σχεδιασμένη υπό τις οδηγίες
του Παλαιών Πατρών Γερμανού, φέρει τα σύμβολα του εφοδιαστικού των
ιερέων της Φιλικής Εταιρείας. Την ύψωσε ο Γεώργιος Σισίνης στην Ηλιδα το
1821. Σώζεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Σημαία που χρησιμοποιούσε μεταγενέστερα ο Ανδρέας Μιαούλης.
Οι σημαίες των Σπετσών και των Φαρών έφεραν την επιγραφή «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή
ΘΑΝΑΤΟΣ».
Της ηρωικής Μάνης. Εδώ χρησιμοποιείται η λέξη «ΝΙΚΗ» και όχι
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», γιατί η Μάνη ήταν πάντα ελεύθερη. Υπήρξε ανεξάρτητη καθ'
όλη την Τουρκοκρατία, συνώνυμη του τόπου όπου ζουν ελεύθεροι άνθρωποι
την περίοδο της δουλείας.
Του υδραίου καπετάνιου Γεώργιου Σαχτούρη. Οι σημαίες των
μεγάλων νησιών του Αιγαίου έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους και έφεραν έντονα
αλληγορικά Φιλικά στοιχεία.
Σημαία των πολεμικών πλοίων - καθορίστηκε με το διάταγμα 540
στις 15 Μαρτίου 1822. Μετά την κατάργηση της εμπορικής ναυτικής σημαίας,
το 1828, καθιερώθηκε ως ναυτική σημαία της Ελλάδας.
Η σημαία του Δημήτρη Πλαπούτα είναι μεταξύ όσων
χρησιμοποιήθηκαν κατά τον πρώτο χρόνο της επανάστασης. ¶σπρη με γαλάζιο
σταυρό και στις τέσσερις γωνιές του είχε γραμμένο το ΙΧΝΚ (Ιησούς
Χριστός Νικά).
Των οπλαρχηγών των Αγράφων. Κάθε εστία αντίστασης των
υπόδουλων Ελλήνων, κάθε εξέγερση, έστω και ασύντακτη, ασυντόνιστη, είχε
τη δική της ιδιόμορφη σημαία, επινόηση των οπλαρχηγών της περιοχής.
Ηγετική
μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ
αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά».
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3,
την Δευτέρα της Λαμπρής... εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις
την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα
Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή
Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας
Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των
Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της
ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το
1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.
Το
1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα
γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του
Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού
Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των
κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη
Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό
του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του
1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.
Στις 23 Μαρτίου του 1823 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα,
σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε
σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών
στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση,
όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου
1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον
επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.
Στη μάχη των Δερβενακίων (26 - 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη,
αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον
διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση
θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ
απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την
αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης»,
θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).
Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια
κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη
διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε
σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του
χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε
αντιστράτηγο.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα
πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του
είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών
οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο
Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο
«Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα
οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου
του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα
Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα
παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο
(1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση
του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο
αναγνώρισε με τη διαθήκη του.
«Οι άνθρωποι που δημιουργούν ιστορία, δεν έχουν χρόνο να τη γράψουν» έλεγε ένας αυστριακός πολιτικός, o φοβερός και τρομερός Μέτερνιχ, ο οποίος έγινε καγκελάριος της αυτοκρατορίας των Αψβούργων το 1821, τη χρονιά που ξεσπούσε η ελληνική επανάσταση. Ο δε Ζαν Κοκτώ
σημείωνε ότι «η ιστορία με το πέρασμα του χρόνου διαστρεβλώνεται, ενώ ο
μύθος εξελίσσεται στο σημείο που γίνεται πραγματικότητα». Αγία Λαύρα, Κρυφό Σχολειό, Ζάλογγο, Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.
Τι έγινε, τι δεν έγινε, που ξεκινά ο μύθος, που σταματά η Ιστορία.
Μύθοι σύμφωνα με τους λεγόμενους «αναθεωρητές», αλήθειες σύμφωνα με τους
λεγόμενους «ορθόδοξους». Ας καταγράψουμε τις απόψεις και τα
επιχειρήματα των δύο πλευρών.
Η κήρυξη της Επανάστασης και η Αγία Λαύρα
Σύμφωνα
με τους «προοδευτικούς» η επιλογή της ημερομηνίας της 25ης Μαρτίου
έγινε πολλά χρόνια αργότερα, το1838, με βασιλικό διάταγμα του Όθωνος και
με προφανή στόχο να συνδεθεί η Επανάσταση με τον Ευαγγελισμό της
Θεοτόκου, μια μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης.
Αναφέρει
το διάταγμα: «Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’
εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του
Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος
διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος
του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως
ημέραν Εθνικής Εορτής». Πού ήταν ο Π.Π. Γερμανός; Όχι πάντως στην Αγία
Λαύρα. Ένα τόσο σημαντικό γεγονός ασφαλώς θα το κατέγραφε στα
απομνημονεύματά του. Όμως δεν κάνει καμία αναφορά, διότι ήταν στο Αίγιο!
Τότε πότε ξεκίνησε η Επανάσταση; H Επανάσταση άρχισε σε δύο
ημερομηνίες: Στις 22 Φεβρουάριου στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στις
23 Μαρτίου στην Καλαμάτα.
Τώρα, οι «ορθόδοξοι» από την πλευρά
τους κάνουν λόγο και αυτοί για διαστρέβλωση των γεγονότων από τους
«αναθεωρητές» ώστε να φανεί ότι η Επανάσταση ήταν «αποκλειστικό προϊόν
και γνήσιο τέκνο του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, στο οποίο η Εκκλησία δεν
είχε την παραμικρή συμβολή». Τι υποστηρίζουν λοιπόν; Ότι η ημερομηνία
της 25ης Μαρτίου δεν επελέγη το 1838, αλλά το 1820 από τον ίδιο τον
Αλέξανδρο Υψηλάντη. Αναφέρει το διάταγμα: «Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της
25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα διά την εν εαυτή
τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι
λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ
της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν
ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής».
Πού ήταν ο
Π.Π. Γερμανός; Όχι πάντως στην Αγία Λαύρα. Ένα τόσο σημαντικό γεγονός
ασφαλώς θα το κατέγραφε στα απομνημονεύματά του. Όμως δεν κάνει καμία
αναφορά, διότι ήταν στο Αίγιο! Τότε πότε ξεκίνησε η Επανάσταση; H
Επανάσταση άρχισε σε δύο ημερομηνίες: Στις 22 Φεβρουάριου στις
παραδουνάβιες ηγεμονίες και στις 23 Μαρτίου στην Καλαμάτα.
Επικαλούνται
μάλιστα επιστολές του Υψηλάντη προς τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος αναφέρει
στα απομνημονεύματά του: «… εις τα ’20 με ήλθαν γράμματα από τον
Υψηλάντη διά να είμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας. 25 Μαρτίου
ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως». Τους πρόλαβαν όμως τα γεγονότα,
και τελικά η Επανάσταση ξεκίνησε δυο -τρεις μέρες νωρίτερα από την
«προσδορισμένη» και γεμάτη συμβολισμούς ημέρα.Τι έγινε στην Αγία Λαύρα;
Σύμφωνα με τους «ορθόδοξους» έγινε όντως συγκέντρωση αγωνιστών παρουσία
του Παλαιών Πατρών Γερμανού, ήταν όμως στις 14 Μαρτίου και μάλλον από
«σύγχυση» η ημερομηνία μετατοπίστηκε. Και γιατί αυτή η "σύγχυση"
μετέθεσε την ημερομηνία στις 25, ανήμερα του Ευαγγελισμού, και όχι μια
μέρα αργότερα, ρωτά η «άλλη πλευρά». Το Κρυφό Σχολειό
«Φεγγαράκι μου λαμπρό». Το πρώτο τραγουδάκι που μαθαίνουν όλα τα ελληνόπουλα. Μύθος η πραγματικότητα;
Όσοι
αμφισβητούν την ύπαρξή του τονίζουν ότι όχι μόνο δεν ήταν κρυφό, αλλά
αντιθέτως ήταν πολύ φανερό! «Τα ελληνικά διδάσκονταν ελεύθερα επί
Τουρκοκρατίας ήδη από τον 14ο αιώνα, οπότε οι Τούρκοι άρχισαν να
ελέγχουν περιοχές με χριστιανικούς πληθυσμούς», λέει στα «ΝΕΑ» ο Αλέξης
Πολίτης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης στον Τομέα Βυζαντινής και
Νεοελληνικής Φιλολογίας.
Ως προς τη διδασκαλία των ελληνικών,
«δεν υπάρχει ούτε μία μαρτυρία που να λέει ότι εμποδιζόταν. Για την
πρώιμη οθωμανική περίοδο ξέρουμε ότι υπήρχαν χιλιάδες άνθρωποι που
γνώριζαν γράμματα. Αυτοί κάπου θα τα είχαν διδαχθεί. Και το ότι δεν
διασώζονται πολλές πρώιμες πηγές οφείλεται στον τρόπο που οι άνθρωποι
σημείωναν στα λεγόμενα παράφυλλα, δηλαδή στα άγραφα λευκά φύλλα των
βιβλίων και σε οποιοδήποτε σημείο τους υπήρχε ελεύθερος χώρος όσα ήθελαν
να διατηρήσουν στη μνήμη τους. Μπλοκάκι δεν υπήρχε. Τα παλιά βιβλία
(κυρίως ευαγγέλια και λειτουργικά κείμενα) όμως φθείρονταν και
αντικαθίσταντο. Και έτσι χάνονταν πολλές πληροφορίες για τη ζωή τους».
Από
μια εποχή και πέρα υπάρχουν, συνεχίζει ο Αλέξης Πολίτης, «ατελείωτες
μαρτυρίες για σχολεία και πληρωμές δασκάλων από την κοινότητα. Και καμία
ότι κάποιος εμποδίστηκε να μάθει ελληνικά. Ειδικά από τα μέσα του 18ου
αιώνα έχουμε σημαντική αύξηση του αριθμού των σχολείων. Είναι πολλά τα
σχολεία που μνημονεύονται. Αντίθετα, πουθενά δεν μνημονεύεται ότι ένας
παπάς διδάσκει κρυφά στο σπίτι του».
Στο Λεξικό του Γεώργιου
Κωνσταντίνου (α΄ έκδοση 1757, αναφέρεται η ύπαρξη 35 ανώτερων σχολείων
σε 29 πόλεις, κάτι ανάλογο των σημερινών γυμνασίων, όπου δηλαδή υπάρχουν
περισσότεροι του ενός δάσκαλοι. Για το Αϊβαλί ή Κυδωνίες έχουμε και τα
σχέδια του σχολείου (1817) με αίθουσα διδασκαλίας, βιβλιοθήκη, δωμάτια
για τους οικοτρόφους και παρεκκλήσι. Γιατί, βέβαια, η εκπαίδευση ήταν
στενά συνδεδεμένη με τη θρησκευτική ζωή. Μετά το 1800 στα Γιάννενα
αναφέρονται τρία σχολεία. Σε Αϊβαλί, Χίο και Σμύρνη τα σχολεία δεν
ελέγχονταν από την Εκκλησία. Οι πλουσιότεροι του τόπου έφτιαχναν νέα
σχολεία προκειμένου να εισαχθεί η νέα μόρφωση, κυρίως η πειραματική
φυσική και τα μαθηματικά. Το 1820, πριν από την Επανάσταση, το
Πατριαρχείο κατάφερε να τα διαλύσει (με διάφορους τρόπους: μετακαλούσε,
ας πούμε, τους καθηγητές στην Κωνσταντινούπολη) γιατί διαφωνούσε με τους
νεωτερισμούς των εκπαιδευτικών».
Τι λένε τώρα οι «οπαδοί» του
Κρυφού Σχολειού: Ναι, μεν, για λόγους θρησκευτικούς και διοικητικούς οι
Οθωμανοί Σουλτάνοι παραχώρησαν προνόμια και έδειξαν ένα βαθμό ανοχής
προς τους Ρωμιούς υπηκόους τους, όμως υπήρξαν περίοδοι και περιοχές,
στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις αυτές. Δεν είχαμε, λοιπόν,
ομοιόμορφη εφαρμογή των θεμελιωδών αποφάσεων περί θρησκείας και παιδείας
των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι αποφάσεις αυτές καταστρατηγήθηκαν ή
αλλοιώθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορες επαρχίες και
τοπικές διοικήσεις (βιλαέτια). Οι δύο πρώτοι αιώνες υπήρξαν πολύ
δύσκολοι και μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος δεν μπορούμε να ομιλούμε για
δυνατότητα ακώλυτης ασκήσεως των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών
ελευθεριών.
Από τα μέσα του 17ου αιώνα τα πράγματα σαφώς
βελτιώνονται στον εκπαιδευτικό τομέα και οι υπόδουλοι Ρωμιοί αρχίζουν να
ιδρύουν, υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και με την βοήθεια των
ξενιτεμένων και των ευεργετών, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Συμπερασματικά, τα Κρυφά Σχολειά ήταν απαραίτητα στους πρώτους δύο
αιώνες της τουρκοκρατίας λόγω του κλίματος φόβου και τρόμου που
επικρατούσε, στους δε επόμενους αιώνες λειτούργησαν είτε για να δώσουν
λύση απέναντι στην ανθελληνική και αντιχριστιανική τακτική ορισμένων
Οθωμανών διοικητών, είτε για να διδάσκονται εκεί μαθήματα εθνικού
φρονηματισμού με στόχο την εκπλήρωση των πόθων του Γένους. Στο δε
ερώτημα, γιατί δεν υπάρχει καμία έγγραφη αναφορά για ιερέα που διδάσκει
κρυφά, η απάντηση των οπαδών του Κρυφού Σχολειού είναι απλούστατη: διότι
αυτή η διαδικασία έπρεπε να κρατηθεί κρυφή! Ο ρόλος του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε
Ίσως
η πλέον αμφιλεγόμενη μορφή της Επανάστασης. Ουδείς, πάντως, αμφισβητεί
ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εξέδωσε τρεις αφορισμούς του Αγώνα
ως «θεοστυγούς και μιαρού έργου». Αναφέρει χαρακτηριστικά ο αφορισμός
για τους Σούτσο και Υψηλάτη, δύο εκ των ηγετών της Φιλικής
Εταιρίας: «Επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον,
θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας, πιστών
ρεαγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την
αμφιλαφή σκιαν αυτής με τόσα προνόμια ελευθερίας, όσα δεν απολαμβάνει
άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον».
Οι
«ορθόδοξοι» υποστηρίζουν αφενός ότι ο αφορισμός ήρθη σε μυστική τελετή
στο Πατριαρχείο και αφετέρου ότι ο Γρηγόριος εξέδωσε τον αφορισμό
πιεζόμενος από την Πύλη, η οποία απειλούσε ότι θα έσφαζε τους Ρωμιούς
της πόλης και όλους τους Χριστιανούς της Αυτοκρατορίας. Υπογραμμίζουν
μάλιστα ότι ο Γρηγόριος απαγχονίστηκε στις 10 Απρίλη του 1821 (Πάσχα)
με διαταγή του Σουλτάνου, όταν ο τελευταίος αντελήφθη τον «πραγματικό»
ρόλο του Πατριάρχη.
Υπάρχει όμως και μια άλλη άποψη για τα γεγονότα
που οδήγησαν στον απαγχονισμό του. Ο Γ. Κορδάτος κάνει λόγο για υπόγειες
μάχες μεταξύ Δεσποτάδων και Μητροπολιτών, που εποφθαλμιούσαν τον
Πατριαρχικό θρόνο. Γράφει χαρακτηριστικά: «Αν και ο Πατριάρχης Γρηγόριος
αφόρισε τον Υψηλάντη και τους επαναστάτες και έστειλε εξάρχους στις
επαρχίες με τους αφορισμούς και πανταχούσες σ' όλους τους Μητροπολίτες,
προστάζοντας να διαβαστούν οι αφορισμοί, έπαψε να έχει την εμπιστοσύνη
της τουρκικής κυβέρνησης γιατί βρέθηκαν Δεσποτάδες να τον συκοφαντήσουν
ότι ήταν αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας, άρα αρχισυνωμότης. Εκείνος που
κατηγόρησε και συκοφάντησε τον Γρηγόριο ήταν ο Μητροπολίτης Πισίδας
Ευγένιος». Ο τελευταίος αναγορεύτηκε νέος Πατριάρχης καθ' υπόδειξη του
Σουλτάνου... Το Ζάλογγο και ο χορός
Η
πρώτη πηγή για τα γεγονότα στο Ζάλογγο είναι ο Πρώσος περιηγητής
Μπαρτόλντι (Bartholdy) που εκείνη την εποχή ήταν στα Γιάννενα: «Καμιά
εκατοστή απ’ αυτούς τους δυστυχισμένους είχαν αποτραβηχτεί στο Μοναστήρι
του Ζαλόγγου, βόρεια της Πρέβεζας. Τους επιτέθηκαν, επειδή τάχα η
τοποθεσία, όντας πολύ ισχυρή, μπορούσε να τους προσφέρει ένα καινούργιο
μέρος για ανασυγκροτηθούν, και η σφαγή ήταν φρικτή. Τριάντα εννέα
γυναίκες γκρεμίστηκαν ψηλά από τα βράχια με τα παιδιά τους, που μερικά
ήταν ακόμα στο βυζί».
Η
πρώτη αναφορά σε «χορό του Ζαλόγγου» είναι από έναν Ελληνα, τον
Χριστόφορο Περραιβό το 1815. Πάντως στην επόμενη έκδοση ο Περραιβός
παραλείπει τα περί χορού.
Πρώτος που αμφισβήτησε τον χορό του
Ζαλόγγου είναι ο Περικλής Ζερλέντης, ο οποίος μιλάει για «λαμπρήν
εικόνα, ην δημιούργησε η ευφάνταστος διάνοια του Περραιβού». Ο Ζερλέντης
το 1888 επισκέφτηκε το Ζάλογγο και πρόλαβε ζωντανή την αδελφή του
Μπότσαρη καθώς και ένα από τα παιδιά που γλίτωσαν από την πτώση στο
βάραθρο, τη Λάμπρω, που το 1803 ήταν επτά χρονών.
Ο Ζερλέντης
δεν αμφισβητεί ότι μερικοί Σουλιώτες προτίμησαν να πεθάνουν παρά να
πιαστούν αιχμάλωτοι. Η αφήγησή του όμως παραπέμπει σε μια εικόνα λίγο
διαφορετική: Δεν υπήρξαν λίγες απομονωμένες γυναίκες που έπεσαν στον
γκρεμό αλλά από ένα πλήθος γυναικών και αντρών άλλοι προτίμησαν να
πέσουν στον γκρεμό για να μην αιχμαλωτιστούν, άλλοι προσπάθησαν να
ξεφύγουν πολεμώντας κι άλλοι επιχείρησαν να διαφύγουν αλλά γκρεμίστηκαν
και είτε σκοτώθηκαν είτε πιάστηκαν .
Το τραγούδι που υποτίθεται
ότι τραγουδούσαν οι Σουλιώτισσες στον χορό καταγράφεται πρώτη φορά το
1908, και είναι μίξη δημοτικών στίχων και λόγιων στοιχείων. Για
παράδειγμα, σε δημοτικό της υπάρχει το δίστιχο “Έχετε γεια ψηλά βουνά
κι εσείς χαμολαγκάδια / βρυσούλες με το κρύο νερό, τι εγώ μισεύω τώρα”. «Χορός του Ζαλόγγου» όμως
υπήρξε, περίπου 150 χρόνια αργότερα. Στις 9 Μαϊου του 1947, στον
Εμφύλιο, στην Ξηριώτις Η δασκάλα Βαγγελίτσα Κουσιάντζα σέρνει πρώτη το
χορό, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, μαζί με άλλους εννέα
συντρόφους της του Δημοκρατικού Στρατού.
Εκπληκτοι, οι άνδρες
του εκτελεστικού αποσπάσματος που προέρχονται απhttp://www.lifo.gr/articles/mikropragmata/94794ό το 106 Τάγμα,
αρνούνται να τους εκτελέσουν. Το φονικό έργο θα το αναλάβουν
παρακρατικοί. Απόδειξη πως ένας μύθος μπορεί να δημιουργήσει ένα
ιστορικό γεγονός.
Νικηταράς: Ο ήρωας που κατέληξε επαίτης στον Πειραιά
Ο αγωνιστής που χάρισε το λάφυρο που
του προσφέρθηκε -ένα αδαμαντοστόλιστο σπαθί- στην ελληνική κυβέρνηση,
πέθανε τυφλός, πάμπτωχος «με άδεια επαιτείας».
Ο βίος και η πολιτεία του ανδρός, που με μόλις 200 άνδρες
αναχαίτισε τον Μάιο του 1821, τους 6.000 πεζούς και ιππείς στρατιώτες
του Μουσταφάμπεη στη Μάχη του Βαλτεστίου, είναι η περίπτωση που ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος είχε συνοψίσει σε πρόσφατη συνέντευξη του: «Οι σωτήρες της Ελλάδας πέθαναν ή στη φυλακή ή στην εξορία».
Το χέρι που «μαρμάρωσε» κρατώντας το σπαθί
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστός ως Νικηταράς, ο αγωνιστής που συνετέλεσε στην υποχώρηση του Δράμαλη και σύμφωνα με ιστορικές πηγές, έσπασε τρεις πάλες (σπαθί σαν δρεπάνι) με τη δύναμη με την οποία χτυπούσε, ενώ στο τέλος της μάχης, το χέρι του «μαρμάρωσε» και δεν μπορούσε να αφήσει την πάλα, πέρασε από δίκη, φυλακίστηκε, κατέληξε τυφλός και πάμπτωχος να επαιτεί -με επίσημη «άδεια επαιτείας»- κάθε Παρασκευή, στο σημείο όπου βρίσκεται η εκκλησία της Ευαγγελίστριας στον Πειραιά (τότε δεν είχε ακόμη ανεγερθεί).
Ο
Νικηταράς ορκιζόταν στο σπαθί του: Να με φάει το σπαθί του Νικηταρά αν
λέω ψέματα... Ο Κολοκοτρώνης τον έλεγε Αρχάγγελο Μιχαήλ και Άγιο
Γεώργιο.
Γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα Αρκαδίας και όχι στο Τουρκολέκα από όπου η καταγωγή του.
Ο
πατέρας του Σταματέλλος Τουρκολέκας ήταν αρματωλός στο Λιοντάρι. Είχε
παντρευτεί την κόρη του προεστού στο Άκοβο, η οποία ήταν αδελφή της
γυναίκας του Θόδωρου Κολοκοτρώνη. Ήταν ανιψιός του Γέρου του Μοριά.
Στα 1805, μετά την εκτέλεση του πατέρα και του αδελφού του,
κατέφυγε στα Επτάνησα κυνηγημένος από τους Τούρκους. Θέλησε να
πολεμήσει με τους Ρώσους εναντίον του Ναπολέοντα, αλλά ο Κολοκοτρώνης
τον απέτρεψε. Έφτασε στη Νάπολη, όμως δεν έλαβε μέρος στις μάχες -ο
Ναπολέων είχε νικήσει τους εχθρούς του στο Αούστερλιτς.
Παντρεύτηκε όταν γύρισε πίσω την κόρη του κλεφτοκαπετάνιου Ζαχαριά, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, έναν γιο και δύο κόρες.
Ο Κολοκοτρώνης τον έλεγε Αρχάγγελο Μιχαήλ
Πρωταγωνίστησε σε μάχες μεγάλες και νικηφόρες: Βαλτέτσι, Δολιανά, Τριπολιτσά, Δερβενάκια, Αγιονόρος, Άιος-Σώστης.
Οι
στιγμές όμως που ανέδειξαν την πολεμική αρετή και τον ηρωϊσμό του
Νικηταρά, και που συγχρόνως στάθηκαν αποφασιστικές για την επανάσταση,
ήταν οι νηκηφόρες μάχες στα Δολιανά (18 Μαΐου Ι821) και στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου 1822).
Κατά τις εμφύλιες διαμάχες που άρχισαν το 1823 τάχθηκε με το μέρος του Κολοκοτρώνη, εναντίον της κυβέρνησης Κουντουριώτη -ήταν ο μόνος από την «πλευρά Κολοκοτρώνη» που οι «αντίπαλοι» προσέγγισαν επιχειρώντας να τον πάρουν «μαζί τους».
Ωστόσο
επέδειξε συνετή στάση, αποφεύγοντας να πάρει μέρος στις μάχες και
κάνοντας πολλές συμφιλιωτικές παρεμβάσεις. Μετά την οριστική επικράτηση
των κυβερνητικών κατέφυγε στο Μεσολόγγι, όπου, κλείστηκε στην
πολιορκημένη πόλη και πολέμησε κατά του Κιουταχή στη δεύτερη πολιορκία.
Ο Νικηταράς ορκιζόταν στο σπαθί του: Να με φάει το σπαθί του Νικηταρά αν λέω ψέματα, έλεγε ... Ο Κολοκοτρώνης τον αποκαλούσε Αρχάγγελο Μιχαήλ και Άγιο Γεώργιο.
Χειμώνα του 1836, «υπαγορεύει», στην πραγματικότητα, αφηγείται τη ζωή του, τα απομνημονεύματα του στον Γεώργιο Τερτσέτη, τον ζακυνθινό ποιητή και μετέπειτα δικαστή στην περιβόητη δίκη των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα, τον Μάιο του 1834.
Αντίθετος με τους Βαυαρούς
Μετά
την απελευθέρωση διορίζεται υπασπιστής του Καποδίστρια. Επί Όθωνα
κατηγορείται για συνωμοσία κατά του βασιλιά -«πληρώνει» την αντίθεση του
στους Βαυαρούς και τον φόβο τους ότι μία ομάδα, η γνωστή ως «Φιλορθόδοξη Εταιρεία», στοχεύει στην άνοδο Ρώσου στον ελληνικό θρόνο.
Στη δίκη του μάλιστα, λόγω αδυναμίας, προσήχθη καθιστός.
Ο Νικηταράς φυλακίζεται στην Αίγινα το 1839. Ήταν μεταξύ εκείνων οι οποίοι «κυνηγήθηκαν» μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια.
Άλλωστε, το κατηγορητήριο αφορούσε και στον αδελφό του πρώτου Κυβερνήτη, Γεώργιο Καποδίστρια. Κατόπιν της «απειλητικής επέμβασης» του Μακρυγιάννη» ο Νικηταράς αποφυλακίζεται μετά από σχεδόν δύο χρόνια. Είναι όμως τυφλός
-έπασχε από διαβήτη, χωρίς να το γνωρίζει, η υγεία του κλονίστηκε
ανεπανόρθωτα κατά τη φυλάκιση- και λησμονημένος. Λέγεται ότι η μία του
κόρη τρελάθηκε από θλίψη με τον εκτοπισμό και εγκλεισμό του πατέρα της.
Ήταν γνωστό ότι στη φυλακή υπέστη βασανισμούς και εξευτελισμούς από τους
δεσμοφύλακες.
Λησμονημένος και επαίτης
Το 1843, όταν ο Όθωνας αναγκάζεται να δώσει σύνταγμα στην Ελλάδα, του απονέμεται ο βαθμός του υποστράτηγου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη.
Το μοναδικό λάφυρο του από τον πόλεμο, ένα αδαμαντοστόλιστο, δαμασκηνό σπαθί -που συναγωνιστές του τον έπεισαν να πάρει- το είχε προσφέρει σε έρανο που είχε κάνει η προσωρινή κυβέρνηση της Ύδρας για να αρματώσει τον ελληνικό στόλο.
Χωρίς
περιουσία στην Αρκαδία και στην Αργολίδα, όπου έζησε κάποια χρόνια
(στους Μύλους), καταλήγει πάμπτωχος σε ένα ταπεινό σπίτι στην Καστέλλα. Μάλιστα, του δίνεται «άδεια επαιτείας» - ένα είδος ανταμοιβής της ευγνωμονούσας Ελλάδας.
Πεθαίνει σε ηλικία 67 ετών. Ο Νικηταράς τάφηκε πλάι στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη
-όπως ήταν η επιθυμία του- στο Α Κοιμητήριο Αθηνών. Τον επικήδειο
εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας, τον δε επιτάφιο ο Παναγιώτης Σούτσος. Προτομή του Νικηταρά υπάρχει στο Πεδίον τους Άρεως, στη Λεωφόρο των Ηρώων, όπως και στην Καλαμάτα, στην πλατεία 23ης Μαρτίου.
Τσάμικος, στίχοι Νίκος Γκάτσος, μουσική Μάνος Χατζιδάκις
Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.
Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.
Από την Ήπειρο στο Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός.
Θρυλικοί έρωτες στην Ελλάδα –ένα ρομαντικό ταξίδι στην ιστορία!
Πολλά χρόνια πριν την καθιέρωση του Αγίου
Βαλεντίνου που ως προστάτης των ερωτευμένων ζέσταινε τις κρύες καρδιές,
στην Ελλάδα είχαμε τους δικούς μας προστάτες που μπορούσαν μάλιστα να
αλλάξουν τα καιρικά δεδομένα! Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, το μεγαλείο
του Έρωτα αποθεώνεται στην καρδιά του χειμώνα. Οι αλκυονίδες ημέρες
εξηγούνται με μια ρομαντική εκδοχή, επισκιάζοντας την επιστημονική
ερμηνεία του μετεωρολογικού φαινομένου.
Ο μύθος παρουσιάζει την Αλκυόνη –κόρη του Αίολου και τον Κύηκα ως ένα
πανέμορφο, τρελά ερωτευμένο ζευγάρι που η αγάπη τους έκανε τόσο δυνατούς
ώστε να αισθάνονται θεοί. Ο Δίας και η Ήρα. Ο Δίας εξέφρασε τη
δυσαρέσκειά του μεταμορφώνοντάς τους σε πουλιά και καταδικάζοντας την
Αλκυόνη να γεννάει τα αυγά της τον Ιανουάριο (ή το Φεβρουάριο, ανάλογα
με το ημερολόγιο) για να μην μπορεί να τα προστατέψει από την παγωνιά. Η
Αλκυόνη τον ικέτεψε και ο Δίας λύγισε: διέταξε τον ήλιο να λάμπει για
λίγες ημέρες μέσα στο μήνα ώστε να προλαβαίνουν να επωάζονται τα αυγά.
Κατά τον Πλούταρχο, η τιμωρία των εραστών δε στάθηκε δυνατή να τους
χωρίσει. Τα πουλιά παραμένουν μαζί ως το θάνατο εφόσον το θηλυκό
μεταφέρει και περιποιείται το σύντροφό του όταν αυτό γεράσει.
Οι υπέροχες ηλιόλουστες μέρες μας δίνουν την ευκαιρία να ταξιδέψουμε
στην Ελλάδα αναζητώντας αποδείξεις για την ύπαρξη του φτερωτού θεού που
σημάδεψε πολλές διάσημες καρδιές…
1) Οι πρωταγωνιστές: Περικλής –Ασπασία Εκείνος:
Στρατηγός της αρχαίας Αθήνας, χαρισματικός ηγέτης που οδήγησε την πόλη
στη Χρυσή εποχή του 5ου αιώνα κατά τη διάρκεια του οποίου άνθισαν οι
τέχνες και ο πολιτισμός. Εκείνη:
Μια πολύ όμορφη νέα από τη Μίλητο, με ιδιαίτερη μόρφωση και σπάνιες
ρητορικές ικανότητες. Η καλλιέργεια και η προσωπικότητά της ήταν το
εισιτήριο ένταξής της στην ανδροκρατούμενη κοινωνία της Αθήνας με την
ιδιότητα της εταίρας. Η ιστορία:
Το ζευγάρι έζησε έναν παράφορο έρωτα μέχρι το θάνατο του Περικλέους. Η
επιρροή της Ασπασίας στον Περικλή ήταν εμφανής στους λόγους και τις
απόψεις του ενώ η αγάπη του Περικλή προς την Ασπασία εκδηλωνόταν
δημόσια. Θαυμαστές της υπήρξαν ο Σωκράτης και ο Φειδίας. Θαυμαστές του,
μάλλον οι απανταχού γνώστες της αρχαίας ελληνικής ιστορίας! Η απόδειξη:
Ευρήματα που επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους, εκτίθενται στο Νέο Μουσείο Ακρόπολης Αθηνών. Επισκεφθείτε το ή απλώς ανεβείτε στην Ακρόπολη θαυμάζοντας τα αριστουργήματα του Παρθενώνα!
2) Οι πρωταγωνιστές: Δημήτριος Υψηλάντης –Μαντώ Μαυρογένους Εκείνος:
Πληρεξούσιος ηγέτης του αδελφού του Αλέξανδρου Υψηλάντη κατά τη διάρκεια
της επανάστασης του 1821, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αρχηγός του
Ελληνικού στρατού ανατολικής Ελλάδος. Εκείνη:
Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας με μόρφωση και πλούτη, ηρωίδα της
Ελληνικής επανάστασης. Η δραστηριότητά της κατά τη διάρκεια του Αγώνα
και η διάθεση της περιουσίας της γι΄αυτόν, της απέδωσαν το αξίωμα της
Αντιστρατήγου τιμή που ο Καποδίστριας απένειμε πρώτη φορά σε γυναίκα. Η ιστορία:
Ο έρωτάς τους που γεννήθηκε μέσα στις φλόγες του πολέμου χωρίς να
επισημοποιηθεί από γάμο, ήταν μια από τις αφορμές που δόθηκαν στους
πολιτικούς τους αντιπάλους για να εξορίσουν τη Μαυρογένους από το
πολιτικό προσκήνιο. Η απόδειξη:
Στην Πάρο μπορείτε να επισκεφθείτε το σπίτι όπου πέθανε η Μαντώ Μαυρογένους, ενώ στον πρόναο του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Ναυπλίου βρίσκεται ο τάφος του Δημητρίου Υψηλάντη.
3) Οι πρωταγωνιστές: Μουχτάρ –Κυρά Φροσύνη Εκείνος:
Γιος του Αλή Πασά –Τούρκο δυνάστη των Ιωαννίνων, παντρεμένος αλλά μάλλον
ανεμπόδιστος από αυτό, γυναικοκατακτητής κατά το Λόρδο Μπάιρον. Εκείνη:
Μια γυναίκα τόσο ξεχωριστής ομορφιάς που οι γονείς της την πάντρεψαν για να την προστατέψουν από τους έκλυτους κατακτητές. Η ιστορία:
Ο Μουχτάρ θαμπώθηκε από την ομορφιά της κυρά Φροσύνης και τη διεκδίκησε
έντονα ώσπου την κατέκτησε. Ο πατέρας του από ερωτική αντιζηλία την
έπνιξε στη λίμνη των Ιωαννίνων μαζί με 17 άλλες γυναίκες με την
κατηγορία ότι επρόκειτο για γυναίκες ελαφρών ηθών. Η απόδειξη:
Στο νησάκι των Ιωαννίνων βρίσκεται το τελευταίο σπίτι του Αλή Πασά. Στην ακρόπολη του Κάστρου των Ιωαννίνων θα δείτε τον τάφο και το σεράι του που
σήμερα λειτουργεί ως Βυζαντινό Μουσείο.
4) Οι πρωταγωνιστές: Διονύσιος Σολωμός –Ρηγγίνα Λέζα Εκείνος:
Γιος του κόντε Σολωμού, Εθνικός μας ποιητής που μας χάρισε μια συλλογή
αριστουργημάτων και ενέπνευσε τους αγωνιστές της επανάστασης με τον Ύμνο
εις την Ελευθερίαν. Εκείνη:
Μια από τις ελάχιστες μούσες του Διονύσιου Σολωμού που του ενέπνευσε έναν αγνό έρωτα. Η ιστορία:
Κατά το Γρηγόριο Ξενόπουλο που κατέγραψε την ιστορία διανθίζοντάς την με
στοιχεία μυθιστορήματος, η Ρηγγίνα Λέζα ανήκε σε έναν κύκλο
καλλιεργημένων Ζακυνθινών και τον εντυπωσίασε τόσο με το χαρακτήρα της
όσο και με την αθωότητά της. Ο Ξενόπουλος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο
Σολωμός λάτρευε τη Ρηγγίνα όπως λάτρευε τη σκλαβωμένη Ελλάδα: από μακριά
για να μη την πλησιάσει πολύ και σπιλωθεί το ιδανικό που είχα πλάσει
στο μυαλό του! Απόδειξη:
Το σπίτι του Σολωμού στην Κέρκυρα λειτουργεί ως "Μουσείο Σολωμού" και φυλάσσονται προσωπικά του αντικείμενα και πρωτότυπες εκδόσεις. Στην οδό Γαήτα στη Ζάκυνθο, μπορείτε να επισκεφθείτε το Μουσείο Γρηγορίου Ξενόπουλου όπου εκτίθεται πλούσιο υλικό σχετικό με τη ζωή και το έργο του.
5) Οι πρωταγωνιστές: Ίων Δραγούμης –Πηνελόπη Δέλτα Εκείνος:
Γιος του πρωθυπουργού της επανάστασης Στέφανου Δραγούμη, λόγιος και
πρωτεργάτης του Μακεδονικού αγώνα, υπέρμαχος της Μεγάλης Ιδέας για την
Ελλάδα. Εκείνη:
Κόρη του Εμμανουήλ Μπενάκη –εθνικού ευεργέτη και ξεχωριστή πεζογράφος. Η ιστορία:
Η Πηνελόπη Δέλτα ήταν ήδη παντρεμένη με το Στέφανο Δέλτα όταν γνώρισε
τον Ίωνα Δραγούμη και ερωτεύθηκαν. Η θέση της δεν της επέτρεπε να
προχωρήσει πέρα από έναν πλατωνικό έρωτα που όμως διήρκησε πάνω από 5
χρόνια, σημαδεύοντάς την. Μετά το θάνατο του Δραγούμη, ο αδελφός του
παρέδωσε το συγγραφικό έργο του Ίωνα στα χέρια της. Η απόδειξη:
Στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα στη Θεσσαλονίκη, περιλαμβάνονται εκθέματα από τη ζωή και τον αγώνα του Ίωνα Δραγούμη. Στο Τμήμα Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη Αθηνών, βρίσκονται τα χειρόγραφα και οι επιστολές της Πηνελόπης Δέλτα.
6) Οι πρωταγωνιστές: Νίκος Καζαντζάκης – Ραχήλ Λιπστάιν Εκείνος:
Έλληνας συγγραφέας, διεθνώς καταξιωμένος που αφορίστηκε από την Εκκλησία
για το έργο του. Με το «Ζορμπά» κατέκτησε τους πάντες ακόμη και από το
Χόλυγουντ, ενώ ο «Τελευταίος Πειρασμός» του ύμνησε την ελευθερία της
έκφρασης. Εκείνη:
Εβραία ποιήτρια, υπέρμαχος της μαρξιστικής θεωρίας. Η ιστορία:
Γνωρίστηκαν στο Βερολίνο το 1922. Αν δεν υπήρξε έρωτας ανάμεσά τους
υπήρξε σίγουρα μια πολύ στενή σχέση που διατήρησαν για χρόνια με
σημειώματα και γράμματα. Η απόδειξη:
Στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης που βρίσκεται στο Ηράκλειο, υπάρχουν οι αίθουσες Νίκου Καζαντζάκη όπου σώζεται το αρχείο του λογοτέχνη από την εταιρεία Κρητικών ιστορικών μελετών.
7) Οι πρωταγωνιστές: Αριστοτέλης Ωνάσης –Μαρία Κάλλας Εκείνος:
Χωρίς περαιτέρω συστάσεις, ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας του 20ου αιώνα. Εκείνη:
Η Άννα Μαρία Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου υπήρξε κορυφαία Ελληνίδα υψίφωνος με θριαμβευτική παρουσία σε κάθε όπερα του κόσμου. Η ιστορία:
Γνωρίστηκαν το 1957 και ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα. Για περισσότερο από 10
χρόνια υπήρξαν το πιο διάσημο ζευγάρι της επικαιρότητας μέχρι που ο
Ωνάσης παντρεύτηκε τη Τζάκι Κένεντυ. Η Μαρία Κάλλας δεν αγάπησε ποτέ
ξανά άλλον άνδρα. Η απόδειξη:
Το κτίριο «Τεχνόπολη»στην Αθήνα φιλοξενεί τη συλλογή αντικειμένων της Μαρίας Κάλλας. Στο Μελιγαλά Μεσσηνίας
βρίσκεται το πατρικό της σπίτι. Το ιδιόκτητο νησί του Ωνάσση, ο
Σκορπιός, βρίσκεται στη Λευκάδα. Το νησί δεν είναι επισκέψιμο αλλά
μπορείτε να πραγματοποιήσετε μια κρουαζιέρα γύρω από αυτό.
Οι Έλληνες είμαστε συναισθηματικός λαός. Υμνούμε κάθε μας χαρά ή λύπη
αλλά κυρίως υμνούμε σε κάθε ευκαιρία τον έρωτα. Ίσως το χρονικό μιας
ερωτικής ιστορίας να μην αποδεικνύεται, να μην καταγράφεται πουθενά
αλλού εκτός από το μυαλό μας. Όπως όμως θα έλεγε και ο ποιητής ο δρόμος
για την Ιθάκη είναι μακρύς.. και τελικά το ταξίδι είναι που μετράει
κυρίως αν το πραγματοποιήσουμε με το άλλο μας μισό...
Κείμενο: Σοφία Μπουρνατζή
Οι άνθρωποι είναι σαν τα χημικά στοιχεία: όταν δύο από αυτά έρχονται σε
επαφή, είτε αδρανούν είτε αντιδρούν. Στη δεύτερη περίπτωση αλλάζουν και
τα δύο.
art-image1 Πολλές φορές, μετά από μια βραδιά που περάσαμε μαζί με
άλλους, λέμε: «Απόψε το κανιβαλίσαμε». Τι σημαίνει αυτό; Το αισθητικό
μας επίπεδο έπεσε, η συμπεριφορά μας αλλοιώθηκε λόγω της ύπαρξής μας στο
εσωτερικό μιας ομάδας. Η ομάδα εξασκεί μια μορφή πίεσης, μας κάνει
όλους λίγο πολύ όμοιους, μας ισοπεδώνει.
Χρειάζεται προσοχή: όταν συναναστρεφόμαστε ανθρώπους, είτε γινόμαστε
ίδιοι με αυτούς («Αν ο γείτονάς σου είναι βρόμικος, θα σε βρομίσει κι
εσένα» λέει ο Επίκτητος) είτε εκείνοι ακολουθούν τους δικούς μας
τρόπους. Οι περισσότεροι από μας δεν καταφέρνουμε να κατευθύνουμε τις
συναναστροφές μας — αφηνόμαστε να μας κατευθύνουν εκείνες. Η οχλοκρατία
είναι η ακραία μορφή αυτής της συμπεριφοράς: το άτομο αποποιείται κάθε
ευθύνη και συμπεριφέρεται σαν μέλος ενός κοπαδιού.
Λέει ο Βρετανός συγγραφέας Τέρρυ Πράτσετ: «Το IQ του όχλου ισούται με το
IQ του πιο ηλιθίου που βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν διαιρεμένο διά του
πλήθους του».
Συχνά παρασυρόμαστε από χυδαίες αντιλήψεις, χρησιμοποιούμε χυδαία
γλώσσα, η αυτοάμυνά μας εξασθενεί. Κατά κάποιον τρόπο χάνουμε τον εαυτό
μας — ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε: «Να είσαι ο εαυτός σου, όλοι οι άλλοι ρόλοι
είναι πιασμένοι». Για να διατηρήσουμε τον εαυτό μας, χρειάζεται
ένστικτο και αυστηρότητα στην επιλογή των ανθρώπων που μας περιβάλλουν.
Χρειάζεται ένστικτο και αυστηρότητα στην επιλογή των συζητήσεων και των
πράξεων στις οποίες συμμετέχουμε. Το ερώτημα είναι ένα: θα το έλεγα
αυτό, θα έκανα το Α ή θα έκανα το Β αν ήμουν μόνος; Θα έλεγα το Α ή το
Β, θα έκανα το Α ή το Β αν έπρεπε να αναλάβω ολόκληρη την ευθύνη;
Καλό είναι να μη συζητάμε πράγματα που είναι σημαντικά για μας με
ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε και δεν εμπιστευόμαστε. «Ου πάντα τοις πάσι
ρητά» (δεν λέγονται όλα σε όλους) έγραφε ο Πυθαγόρας ο Σάμιος. Οι
άνθρωποι μπορούν να παρερμηνεύσουν, να διαστρεβλώσουν, να
κουτσομπολέψουν.
Ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου, πρέπει να συμπεριφερόμαστε σαν
διακεκριμένα πρόσωπα. Και να θυμόμαστε πως ο φθόνος των άλλων για μας
δεν είναι παρά συντετριμμένος θαυμασμός.
Max Exelman, 61 Μαθήματα καθημερινής σοφίας από τους στωικούς εκδ. Πατάκη
Μαγδαληνή Μαυρογένους, η γνωστή μας από τα σχολικά χρόνια Μαντώ।Κόρη του
πλούσιου μεγαλέμπορου της Τεργέστης Νικολάου Μαυρογένους, φαναριώτικης
καταγωγής.
Μεγάλωσε στην Τεργέστη όπου την οδήγησε ο πατέρας της,
σπαθάριος του Μαυρογένους, ύστερα από τον αποκεφαλισμό του οσποδάρου από
τον σουλτάνο Σελίμ, και μορφώθηκε με επιμέλεια। Μιλούσε γαλλικά και
ιταλικά। Είναι προικισμένη με έναν γλυκύτατο χαρακτήρα। Αλλά όταν μιλάει
για την ελευθερία της πατρίδας της, φλογίζεται, η συζήτηση ζωντανεύει
και τα λόγια της κυλάνε με μία φυσική ευγλωτία που σου κρατούν την
ανάσα।
Μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, κατέβηκε στην Ελλάδα,
εγκαταστάθηκε στην Μύκονο, τόπο καταγωγής της μητέρας της, συγκρότησε
στόλο με δικά της έξοδα και άρχισε ναυτικές επιδρομές σε βάρος των
Τούρκων και των πειρατών। Στην συνέχεια σχημάτισε δικό της στρατιωτικό
σώμα, από 800 άνδρες και ντυμένη ανδρικά έλαβε μέρος σε πολλές μάχες।
Για την δράση της αυτή, της απενεμήθη ο βαθμός του αντιστρατήγου.
Λεπτή,
ψηλή, όχι τόσο όμορφη, ηλικίας μεταξύ 25 και 35 ετών। Λέγεται ότι
διατηρούσε ερωτική σχέση με τον Δημήτριο Υψηλάντη, ο οποίος της είχε
υποσχεθεί γάμο, αλλά άρχισαν να παίρνουν και να δίνουν τα κουτσομπολιά,
ότι στο Ναύπλιο, όπου είχε εγκατασταθεί, τα έφτιαξε με το Άγγλο Edward
Blaquiere, τον Βλακέρο, όπως τον αποκαλούσαν οι Έλληνες , που έφερε την
πρώτη δόση του δανείου στην Ελλάδα και σαν το έμαθε, τελευταίος, όπως
ήταν φυσικό, ο Υψηλάντης: επικράθη πάρα πολύ και απεφάσισε να πάρη τον
λόγον του οπίσω, όπου είχε δώσει προς αυτήν πριν ανακαλύψει τας μετά του
κυρίου Βλακέρου σχέσεις της। Αλήθεια, ψέματα, κουτσομπολιά ή
πραγματικότητα δεν θα το μάθουμε ποτέ। Ίσως και να παρεξηγήθηκε η στάση
της και η συμπεριφορά της, να κάνει την εποχή εκείνη παρέα με έναν Άγγλο
ευγενή, δεδομένου ότι και ευρωπαική παιδεία διέθετε και πολλές ξένες
γλώσσες γνώριζε και ήταν φυσικό να δημιούργησε κάποια κοινωνική σχέση।
Τώρα, αν αυτή η σχέση εξελίχθηκε σε ερωτική, κανείς δεν το ξέρει
σίγουρα। Πάντως τα αυστηρά ήθη της επαναστατικής περιόδου, δεν επέτρεπαν
κανενός είδους ελευθεριότητα στη γυναίκα। Τα ελληνικά ήθη δεν απείχαν
και πολύ από τα τουρκικά, που ήθελαν τη γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι।
Είναι αλήθεια, ότι τη φήμη αυτή μεταφέρει ο ιστορικός Τρικούπης, στον
γαμπρό του Μαυροκορδάτο। Είναι επίσης γεγονός ότι από τότε άρχισε ο
διωγμός της। Πρώτα βάζουν φωτιά στο σπίτι της στο Ναύπλιο και μετέπειτα
συλλαμβάνεται με διαταγή του Κωλέττη και στέλνεται στη Μύκονο, για να
καταλήξει στην Πάρο και να πεθάνει θεόφτωχη। Υπάρχουν αναφορές της προς
το Βουλευτικό, με τις οποίες ζητάει από την κυβέρνηση οικονομική βοήθεια
για να ζήσει। Η Κυβέρνηση εγκρίνει την παροχή βοηθήματος προς την
Μαντώ: διά λόγον ευχαριστήσεως δια τας προς την Πατρίδαν και το Έθνος
εκδουλεύσεις της κυρίας Μαντούς Μαυρογένη।
Μεταγενέστερες όμως
αιτήσεις της: να λάβη πρόνοιαν η Διοίκησις να εξοικονομήση και αυτήν
δυστυχούσαν ήδη, δυστυχώς απερρίφθησαν μετά πολλών βαίων। Οι
απορριπτικές αυτές αποφάσεις της κυβέρνησης του κ। Κωλέττη και λοιπών,
είναι οι δάφνες που εδικαιούτο, που η πατρίδα της όφειλε και τώρα της
αρνιόταν, για την συμμετοχή της στον Αγώνα। Αρνήθηκαν τη βοήθεια σε
ποιά; Στην ηρωίδα, στην πάμπλουτη Ελληνίδα, που την κατάντησαν ζητιάνα,
να παρακαλάει για ένα κομμάτι ψωμί, στη γυναίκα που διέθεσε όλη την
τεράστια περιουσία της για την ελευθερία της Ελλάδας, αγοράζοντας και
εξοπλίζοντας δέκα πολεμικά πλοία και σχηματίζοντας στρατιωτικό σώμα, από
16 λόχους, πολεμώντας με τους άνδρες, σαν άνδρας।
Φαρμακωμένη,
πικραμένη, ζώντας από την ελεημοσύνη των συγγενών της, τη βρήκε ο
θάνατος στην Πάρο,όπου και την έθαψαν στον περίβολο της εκκλησίας της
Εκατονταπυλιανής.
Ο Blaquiere Edward στα απομνημονεύματά του γράφει:
Αυτή η ενδιαφέρουσα γυναίκα, αφού ξόδεψε το σύνολο της περιουσίας της
στην ελληνική υπόθεση, απόμεινε μονάχα με τον πατριωτισμό και την αγάπη
προς την πατρίδα, που, όπως πιστεύω, και πεντακάθαρος είναι και
αφιλοκερδής।Μου έκανε εντύπωδη κατά τις συνομιλίες μας η σοβαρότητα των
αισθημάτων της, καθώς και η φιλοδοξία της να δει τους Έλληνες ενωμένους.
Η Μαντώ Μαυρογένους καταγόταν από ελληνική οικογένεια της Ρουμανίας, η
οποία έφυγε κρυφά για την Ιταλία. Εγκαταστάθηκαν στην Τεργέστη και εκεί
ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης ασχολήθηκε με το εμπόριο. Με την
έναρξη της Επανάστασης πήγε στην Μύκονο και ξεσήκωσε τους κατοίκους
εναντίον των Τούρκων. Με πλοία εξοπλισμένα με δικά της έξοδα, καταδίωξε
τους πειρατές που λυμαίνονταν τις Κυκλάδες και αργότερα πολέμησε στο
Πήλιο, στη Φθιώτιδα
και στη Λιβαδειά. Κάτοχος της γαλλικής γλώσσας, συνέταξε συγκινητική
έκκληση προς τις γυναίκες της Γαλλίας, ζητώντας τη συμπαράστασή τους
στον πληθυσμό της Ελλάδας. Για τον Αγώνα διέθεσε όλη της την περιουσία.
Για τη δραστηριότητά της, συνολικά, ο Ιωάννης Καποδίστριας της απένειμε
-τιμή μοναδική σε γυναίκα- το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου και της
παραχώρησε κεντρικό σπίτι στο Ναύπλιο. Επίσης εκτός από τη Γαλλική,
μιλούσε άπταιστα την Ιταλική αλλά και την Τουρκική. Μετά την Επανάσταση καταδιωκόμενη από τον Ιωάννη Κωλέττη,(ο οποίος
συμμετείχε και στην Α' Εθνοσυνέλευση που έγινε το Δεκέμβριο του 1821
στην Επίδαυρο) ξαναγύρισε στη Μύκονο και τον Ιούλιο του 1848 πέθανε στην
Πάρο πολύ φτωχή και λησμονημένη!
Μάταια
γύρεψαν έπειτα από λίγα χρόνια, μερικοί άνθρωποι που θυμόταν ακόμη τη
Μαντώ, να βρουν τον τάφο της. Ούτε ένας σταυρός με το όνομά της δεν
είχε σωθεί εκεί που την έθαψαν. Οι σύγχρονοι μπορεί να ξεχνούν. Μα οι
μεγάλες ψυχές ποτέ δεν χάνονται. Τις παίρνει στα φτερά της η δόξα». Μόνο
ένα άγαλμα στήθηκε στη Μύκονο…
Ξένοι ιστορικοί και περιηγητές εξαίρουν τη συμμετοχή της στα πεδία των μαχών, κάτι που δεν προκύπτει από ελληνικές πηγές. Οι Έλληνες ιστορικοί του 19ου
αιώνα παραδόξως την αγνόησαν. « Είναι απορίας άξιον έγραφε το έτος 1890
ο Jules Blancard, πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη εντελώς από όλους τους
έλληνες ιστορικούς».
Το 1825 στα γαλλικά κυκλοφορεί το βιβλίο του φιλέλληνα Τ. Ginouvier: «Mavrogenie ou L heroine de la Grece»
στο οποίο περιγράφεται με γλαφυρό τρόπο η ζωή της ηρωίδας όπως την
είδαν οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής της. Το έργο αυτό
εξαντλήθηκε αμέσως, εκδόθηκε ξανά στο Παρίσι το 1826 και έκανε διάσημο
το όνομα της Μαντώς σε όλη την Ευρώπη. Ακολούθησε και τρίτη έκδοση το
1830.
Ο ζωγράφος Adam Friedelκάνει
την προσωπογραφία της, η οποία το 1827 κυκλοφορεί στο Λονδίνο και στο
Παρίσι. Η προσωπογραφία αυτή της Μαντούς δημοσιεύτηκε τότε μεταξύ των 24
προσωπογραφιών των επισημότερων αρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης.
Η Μαντώ Μαυρογένους επιζωγραφισμένη λιθογραφία του Adam Friedel, 1827.
Ο Θεόδωρος Μπλανκάρ γράφει για τη σχέση της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δ. Υψηλάντη
« Ενθυμούμαι ότι ο ιστορικός και δημοσιογράφος Ιωάννης Φιλήμων,
ένας από τους συντρόφους του Δημητρίου Υψηλάντη, μου είχε περιγράψει
ένα περιστατικό σχετικά με τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους.
Όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης εξέφρασε την πρόθεση να παντρευτεί
τη δεσποινίδα Μαυρογένους, οι σύντροφοί του την πήραν, κατά τη διάρκεια
μιας σύντομης απουσίας του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο, την
επιβίβασαν σε πλοίο και την έστειλαν στο νησί της, απειλώντας τη σε
περίπτωση που επέστρεφε. Όταν επέστρεψε, ο Υψηλάντης θύμωσε πάρα πολύ
και ήταν άρρωστος για πολλές ημέρες γιατί αγαπούσε τη δεσποινίδα
Μαυρογένους, αλλά συγχώρησε τους συντρόφους του και, απ’ όσο γνωρίζω,
δεν ξαναείδε τη φίλη του.
Κουβέντιασα για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους με τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, πρώην υπουργό, και με την κυρία Δραγούμη,
μητέρα του υπουργού Εξωτερικών. Και οι δύο, μεγάλης ηλικίας πλέον,
θυμούνται να έχουν δει και να έχουν ακούσει για τη Μαντώ Μαυρογένους
όταν ήταν νέοι στο Ναύπλιο. Ήταν, μου είπαν, μια όμορφη προσωπικότητα,
ψηλόσωμη, καλοφτιαγμένη και επιβλητική. Ντυνόταν με ευρωπαϊκά φορέματα,
γεγονός σπάνιο για την εποχή.
Η κυρία Δραγούμη θυμάται ακόμη τη
βελούδινη μπλούζα της που της είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση τότε. Ο
Δημήτριος Υψηλάντης δεν ήταν όμορφος, αλλά ήταν μόλις 28 ετών όταν
έφτασε στην Ελλάδα το 1821. Το όνομά του, το θάρρος του, ο πατριωτισμός
του, του προσέδιδαν μεγάλο κύρος. Η δεσποινίς Μαυρογένους εντυπωσιάστηκε
και συγκινήθηκε. Είχε μεγάλη περιουσία, μισθοδότησε ένα στράτευμα και
συνόδευσε τον Υψηλάντη σε μερικές από τις εκστρατείες του. Ο Υψηλάντης
ανταπέδωσε αυτό το ειλικρινές και ανιδιοτελές αίσθημα.
Ο πατέρας μου Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος,
επίσης από τους πρώτους συντρόφους του Υψηλάντη, τον οποίο όμως μια
σοβαρή ασθένεια τον ανάγκασε να αφήσει την Ελλάδα πριν από το τέλος του
πολέμου, μου μίλησε με καλά λόγια για τη δεσποινίδα Μαντώ Μαυρογένους
και επέκρινε αυστηρά τη βάναυση συμπεριφορά των υπόλοιπων συντρόφων του
Υψηλάντη σχετικά με τη θαρραλέα αυτή γυναίκα. Είχε δίκιο, πιστεύω, όταν
απέδιδε αυτή τη συμπεριφορά στις ανατολίτικες προκαταλήψεις της εποχής,
καθώς ένα όμορφο και νεαρό πρόσωπο που συνοδεύει τον Υψηλάντη στο
στρατόπεδο, ένα αμοιβαίο αίσθημα μεταξύ δύο νέων ανθρώπων, σκανδάλιζε
και τρόμαζε τους άνδρες της εποχής στην Ανατολή».
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΩΤΑΣ:Οι πρωταγωνιστές: Δημήτριος Υψηλάντης –Μαντώ Μαυρογένους Εκείνος:
Πληρεξούσιος ηγέτης του αδελφού του Αλέξανδρου Υψηλάντη κατά τη διάρκεια
της επανάστασης του 1821, μέλος της Φιλικής Εταιρείας και αρχηγός του
Ελληνικού στρατού ανατολικής Ελλάδος. Εκείνη:
Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας με μόρφωση και πλούτη, ηρωίδα της
Ελληνικής επανάστασης. Η δραστηριότητά της κατά τη διάρκεια του Αγώνα
και η διάθεση της περιουσίας της γι΄αυτόν, της απέδωσαν το αξίωμα της
Αντιστρατήγου τιμή που ο Καποδίστριας απένειμε πρώτη φορά σε γυναίκα. Η ιστορία:
Ο έρωτάς τους που γεννήθηκε μέσα στις φλόγες του πολέμου χωρίς να
επισημοποιηθεί από γάμο, ήταν μια από τις αφορμές που δόθηκαν στους
πολιτικούς τους αντιπάλους για να εξορίσουν τη Μαυρογένους από το
πολιτικό προσκήνιο. Η απόδειξη:
Στην Πάρο μπορείτε να επισκεφθείτε το σπίτι όπου πέθανε η Μαντώ Μαυρογένους, ενώ στον πρόναο του Ιερού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Ναυπλίου βρίσκεται ο τάφος του Δημητρίου Υψηλάντη.
Κατά τη διάρκεια της
Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους δραστηριοποιήθηκε κυρίως στη Μύκονο.
Μετά από δική της προτροπή, οι κάτοικοι του νησιού, ξεσηκώθηκαν εναντίον
των Τούρκων.
Η Μαυρογένους εξόπλισε πλοία από δικά της χρήματα και ηγήθηκε του αγώνα
κατά των πειρατών που απειλούσαν το νησί.
Όπως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έτσι και η Μαντώ Μαυρογένους, διέθεσε όλη
της την περιουσία για τον αγώνα.
Μετά την Επανάσταση όμως, η ηρωίδα ήρθε αντιμέτωπη με το σκληρό πρόσωπο
των πολιτικών Κωλέττη και Μαυροκορδάτου.
Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις της προς το κράτος για οικονομική ενίσχυση, η
Μαντώ πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της φτωχή και ξεχασμένη.
Ο Κωλέττης, που με τη συμβολή του είχε δώσει τέλος στο θυελλώδη έρωτα
της Μαυρογένους με τον Δημήτριο Υψηλάντη, της φέρθηκε για ακόμη μία
φορά, απαξιωτικά....