Δε ζυγιάζω,δε μετρώ,δε βολεύουμαι.....ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι!!!!! Ν.Καζαντζάκης.
Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016
Ο Μάρτης Μάρτης μίλησε-Παντελής Θαλασσινός
Ο Μάρτης χείλη έσκασε, στον ήλιο να γελάσει
είπε θ' αργήσει, μα θα' ρθεί ο κόσμος να χαλάσει.
Θα βάλει τ' Ανοιξιάτικα να ομορφύνει η πλάση,
στα μπλε και στα κατάλευκα θα βγει να παρελάσει.
Ό,τι αργεί κι ό,τι στη Γη είναι βαθιά κρυμμένο,
πάλι στο φως θα βαφτιστεί και θα' ρθει ευλογημένο...
9035
1
Σύμφωνα με το έθιμο, την 1η του Μάρτη, οι μητέρες φορούν στον καρπό του χεριού των παιδιών τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον Μάρτη ή Μαρτιά, για να τα προστατεύει από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, που είναι ιδιαίτερα βλαβερός, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες. Ο Μάρτης προφυλάσσει επίσης, όπως πιστεύεται, από τα κουνούπια και τους ψύλλους και ακόμα απομακρύνει τις αρρώστιες και άλλα κακά.
Τον φτιάχνουν την τελευταία μέρα του Φλεβάρη και τον φορούν την πρώτη μέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι. Σε μερικές περιοχές ο Μάρτης φοριέται στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σαν δαχτυλίδι για να μην σκοντάφτει ο κάτοχός του.
Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα, ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να τον πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους ή το καίνε με το αναστάσιμο φως του Πάσχα.
Η Χριστιανική Εκκλησία δια του Ιωάννου του Χρυσοστόμου θεωρεί το έθιμο ειδωλολατρικό ήδη από το 5ο αιώνα.
Ο «Μάρτης» στα Βαλκάνια
Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία Μάρτινκα και στην Αλβανία ως Βερόρε. Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον Μάρτη σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται Μαρτενίτσα. Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η Μαρτενίτσα λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.
Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία Μαρτιζόρ. Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός - Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι.
Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.
Παροιμίες
ΜΗΝΕΣ | ΜΑΡΤΙΟΣ
Άλλα λογαριάζει ο Μάρτης κι άλλα η Σαρακοστή.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Αν δώσει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ’ εκείνο το ζευγά που ’χει πολλά σπαρμένα.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Αν δώσει ο Μάρτης και κακιώσει, μες στα χιόνια θα μας χώσει.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Από Μαρτιού πουκάμισο κι από Αυγούστου κάπα.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Από τον Μάρτη πουκάμισο, από τον Αύγουστο σεγκούνι (παλτό).
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Κάλλιο Μάρτη καρβουνιάρη, παρά Μάρτη καψαλιάρη. (Καλύτερα κρύο παρά ζέστη)
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Κάλλιο
Μάρτη στις γωνιές, παρά Μάρτη στις αυλές. (Καλύτερα να κάνει ο Μάρτης
βροχές, κρύο και να είμαστε στη γωνιά, παρά ήλιο και να είμαστε στις
αυλές.)
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Κάποια τσουρλού, κάποια (μ)πουρδού, το Μάρτη νυχτογνέθει.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Λείπει ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστή;
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μάρτη βροχερέ κι Απρίλη χιονερέ.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μάρτη έβρεχε; Θεριστής χαιρότανε.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μάρτη φύλαγε τ’ άχερα, μη χάσεις το ζευγάρι.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μάρτη, Μάρτη βροχερέ κι Απρίλη δροσερέ.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει!
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μάρτης είναι νάζια (χάδια) κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μάρτης, γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Τα παλιόβοϊδα τα γδέρνει, τα δαμάλια τα παιδεύει.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μάσε ξύλα για το Μάρτη, μην κάψεις τα παλούκια.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μη σε γελάσει ο Μάρτης το πρωί και χάσεις την ημέρα.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Μήδε ο Μάρτης Καλοκαίρι, μήδ’ ο Αύγουστος Χειμώνας.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Ο Μάρτης βρέχει κι ο θεριστής χαίρεται.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Ο Μάρτης και η μάνα του…
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνισε και πάλι το μετάνιωσε πως δεν εξαναχιόνισε!
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Ο Μάρτης πενταδείλινος και ματαπεινασμένος.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Ο …. πο ’χει κόρη ακριβή, του Μάρτη ο ήλιος μην τη δει.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Όλο το Μάρτη φύλαε, ως τις δέκα τ’ Απρίλη.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Όλοι οι μήνες τρώνε κρέας κι ο Μάρτης κόκαλα.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Όπως το Μάρτη τα βουνά ασπρίζουν απ’ τα χιόνια, έτσι να ασπρίσουν τα μαλλιά της νύφης απ’ τα χρόνια.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Πριτς, Μάρτη μου, τα ’βγαλα τ’ αρνοκάτσικά μου! [Ήπειρος]
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Τα λόγια σου είναι στέρια, σαν του Μαρτιού τα χιόνια.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Τα λόγια του μοιάζουνε, σαν του Μάρτη τα χιόνια.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Την του Μάρτη ψόφησε ο γάιδαρος (απ’ το κρύο) κι ως το μεσημέρι βρώμισε. (απ’ τη ζέστη)
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Το Μάρτη ξύλα φύλαγε, μην κάψεις τα παλούκια.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Το Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε μήνες δε ξεβάφει.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
Φύλα ξύλα για τον Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια.
[Ελληνική]
[Ελληνική]
ΜΑΡΤΙΟΣ
Πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη
Αρχαία Ρώμη
Τον Μάρτιο γιορτάζονταν στην Αρχαία Ρώμη τα:- Ματρωνάλια (Matronalia), προς τιμή της θεάς Ήρας την 1η του μηνός. Οι παντρεμένες γυναίκες της Ρώμης (Matronae) πρόσφεραν στη θεά αγελάδες και χήνες, τα ιερά ζώα της Ήρας, ενώ δέχονταν δώρα από του συζύγους τους.
- Αγωνάλια (Agonalia), προς τιμή τoυ θεού Άρη, από τους φύλακες του ναού του Αγωναλείς (Agonales). H γιορτή, που περιλάμβανε χορούς και τραγούδια, διαρκούσε ως τις 27 Μαρτίου.
- Λιμπεράλια (Liberalia), προς τιμή του θεού Λίμπερ (Διονύσου) στις 25 Μαρτίου. Η γιορτή ήταν αφιερωμένη στους νέους που συμπλήρωναν το 16ο έτος της ηλικίας τους. Την ημέρα αυτή παραλάμβαναν την ανδρική τήβεννο και εισέρχονταν πανηγυρικά στην ανδρική ηλικία.
Αττικό Ημερολόγιο
Στο αρχαίο Αττικό ημερολόγιο ο Μάρτιος αντιστοιχούσε με το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Ανθεστηριώνα και το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Ελαφηβολιώνα. Το διάστημα αυτό στην Αθήνα γιορτάζονταν τα:- Μυστήρια εν Άγραις, προς τιμή της Περσεφόνης. Ήταν το προπαρασκευαστικό στάδιο για όσους επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στα Ελευσίνια Μυστήρια.
- Διάσια, προς τιμή του Μειλιχίου Δία, στις όχθες του Ιλισσού. Ο Μειλίχιος Δίας, που δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον Ολύμπιο θεό, ήταν προστάτης των παιδιών. Οι γονείς πρόσφεραν δώρα στα παιδιά τους, ενώ πρόσφεραν θυσία στον θεό ένα πρόβατο από τον Δήμο Έρχιας (σημερινά Σπάτα). Επακολουθούσε γλέντι και φαγοπότι μέχρι το βράδυ.
- Τα εν Άστει Διονύσια ή Μεγάλα Διονύσια, προς τιμή του θεού Διονύσου. Γιορτή που καθιέρωσε ο τύραννος Πεισίστρατος το 6ο π.Χ. για να κερδίσει τον λαό της Αθήνας. Περιλάμβανε πομπές με ομοιώματα φαλλών, θυσίες και διαγωνιστικές θεατρικές παραστάσεις (διθυραμβικοί και δραματικοί αγώνες), τις δαπάνες των οποίων επωμίζονταν πλούσιοι Αθηναίοι, σύμφωνα με τον θεσμό της χορηγίας. Με τα Μεγάλα Διονύσια συνδέεται η γέννηση της τραγωδίας.
Θρησκευτική διάσταση και εθνική επέτειος
Ο Μάρτιος είναι άρρηκτα δεμένος με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ή Σαρακοστή, τη μεγάλη νηστεία πριν από το Πάσχα. Σχετική και η παροιμία «Δεν λείπει ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστή» ή «Λείπει ο Μάρτης με τη Σαρακοστή»; που λέγεται για άτομα που παρευρίσκονται ή αναμειγνύονται παντού.Τον Μάρτιο είναι η επέτειος της Ελληνικής Εθνεγερσίας με την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 την 25η του μηνός. Η επέτειος καθιερώθηκε το 1838 για να συμπέσει με τη μεγάλη εορτή της Χριστιανοσύνης, τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.
Λαογραφία
Το λαογραφικό περιεχόμενο του Μαρτίου είναι πλούσιο και σχετίζεται με την θέση του ως πρώτου μήνα άνοιξης, αλλά και με τις άστατες καιρικές συνθήκες που επικρατούν και έχουν αποφασιστική σημασία για την γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή. Αυτή η διαπίστωση αναδεικνύεται από την πληθώρα των σχετικών παροιμιών, αλλά και από τις διάφορες ευτράπελες διηγήσεις της ελληνικής παράδοσης.Μία από αυτές είναι οι «Ημέρες της Γριάς», όπου για να δικαιολογηθούν οι λιγότερες μέρες του Φεβρουαρίου σε σχέση με τους άλλους μήνες, είναι γνωστή η λαϊκή παράδοση ότι ο Μάρτιος δανείστηκε από τον Φεβρουάριο τις τρεις τελευταίες ημέρες του, τις πιο χειμωνιάτικες, για να τιμωρήσει την γριά τσοπάνισσα των βουνών που καυχήθηκε ότι τελειώνοντας ο Μάρτιος δεν μπόρεσε να της κάνει κακό.
Μια άλλη διήγηση αναφέρει ότι ο Μάρτιος είχε δυο γυναίκες, μία καλή κι μία κακή, και ανάλογα με αυτή που έχει κοντά του είναι και ο καιρός. Σύμφωνα με μια τρίτη παράδοση, ο Μάρτιος έπαψε να είναι ο πρώτος μήνας του έτους,επειδή οι άλλοι μήνες του αφαίρεσαν τα πρωτεία και τα έδωσαν στο Γενάρη, επειδή τους ξεγέλασε πίνοντας όλο το κρασί από το κοινό τους βαρέλι. Ετσι, όταν ο Μάρτης θυμάται το κρασί που ήπιε, χαμογελάει και ο καιρός είναι ξάστερος, όταν όμως θυμάται την τιμωρία του και τα πρωτεία που έχασε, κλαίει και ο καιρός είναι βροχερός.
Πανελλήνια γνωστό είναι το έθιμο του Μάρτη, όπου το πρωί της πρωτομηνιάς οι μητέρες δένουν στον καρπό του χεριού των παιδιών τους μια στριμμένη ασπροκόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη», για να τα προφυλάξει από τις ακτίνες του ηλίου, που πιστεύεται ότι είναι βλαβερές αυτή την εποχή.
Η θέση του Μαρτίου ως του πρώτου μήνα του έτους παλαιότερα συνετέλεσε, ώστε η πρώτη ημέρα του να έχει την σημασία της Πρωτοχρονιάς στο λαϊκό καλεντάρι, με πλήθος εθίμων μαγευτικού χαρακτήρα. Έτσι,την 1η Μαρτίου σε πολλά μέρη συνήθιζαν να δίνουν σημασία στο ποδαρικό, να ραντίζουν το σπίτι με νερό, να σπάνε πήλινα αντικείμενα ή να ρίχνουν έξω από το σπίτι. Σε ορισμένα μέρη της Κρήτης μαστίγωναν συμβολικά με χλωρά κλαδιά ανθρώπου και ζώα, πιστεύοντας ότι τους μεταδίδουν την θαλερότητα που έχουν τα κλαδιά αυτά.
Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 – 1911)
Διηγηματογράφος, ποιητής, δημοσιογράφος και μεταφραστής· από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ο
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851. Ήταν
ένα από τα εννέα παιδιά του δάσκαλου και ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ
(1817-1897) και της Γκιουλώς Μοραΐτη (1822-1896). Έτσι, ο νεαρός
Αλέξανδρος μεγάλωσε μέσα σ’ ένα κλίμα γεμάτο ευλάβεια και
θρησκευτικότητα. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στην πατρίδα του και στη
Σκόπελο, φοίτησε κατόπιν στο γυμνάσιο της Χαλκίδας και ολοκλήρωσε τις
γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα (Βαρβάκειο) με χίλιες δυο στερήσεις.
Το 1874 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν
πήρε το δίπλωμά του.
Φύση
ασκητική ο Παπαδιαμάντης, στα είκοσί του πήγε στο Άγιο Όρος μαζί με τον
εξάδελφό του, επίσης διηγηματογράφο, Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, για να
προσκυνήσει, όπως έλεγε ο ίδιος. Πάντως, δεν έμεινε πολύ εκεί. Γύρισε
στην Αθήνα και όλη του η ζωή κύλησε λιτά και ασκητικά ανάμεσα στη
βιοπάλη, τη συγγραφή και την εκκλησία. Επί χρόνια ήταν ο τακτικός ψάλτης
στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου στο Μοναστηράκι και από τα μικρά του
χρόνια ως το θάνατό του η πιο αγαπημένη του ενασχόληση ήταν η μελέτη
εκκλησιαστικών βιβλίων.
Ο
Παπαδιαμάντης πολύ νέος άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και
περιοδικά. Δημοσίευε ιδίως μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων από τα αγγλικά
και γαλλικά, γλώσσες που τις έμαθε μόνος του. Παράλληλα, άρχισε και το
καθαυτό λογοτεχνικό του έργο. Τα πρώτα χρόνια καταγίνεται με ιστορικά
μυθιστορήματα: «Μετανάστις (1880), «Οι Έμποροι των Εθνών» (1883), «Η
Γυφτοπούλα» (1884). Γράφει και μερικά ποιήματα.
Γρήγορα,
όμως, βρήκε τον αληθινό του δρόμο και στράφηκε προς το διήγημα. Ο
«Χρήστος Μηλιόνης» (1885), εμπνευσμένος από ένα δημοτικό τραγούδι, είναι
η απαρχή της στροφής αυτής. Από το 1885 καταγίνεται αποκλειστικά μ’
αυτό το είδος. Γράφει μικρά και μεγάλα διηγήματα (νουβέλες): «Η
Χολεριασμένη (1901), «Ο Πεντάρφανος» (1905), «Ο Νεκρός ταξιδιώτης
(1910), «Η Φόνισσα» (1903), «Οι Μάγισσες (1900), «Η Νοσταλγός» (1894),
τα «Χριστουγεννιάτικα διηγήματα», τα « Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα και τα
«Πασχαλινά διηγήματα».
Το
πλούσιο διηγηματικό του έργο, με θέματα και τύπους από τις λαϊκές
συνοικίες της Αθήνας ή την απλοϊκή ζωή της κοινωνίας της Σκιάθου, τον
παρουσιάζει συγγραφέα του είδους, που λέγεται ηθογραφία. Αλλά η
ηθογραφία του είναι μόνο ο σκηνικός διάκοσμος, όπου κινούνται τα πρόσωπα
και ξετυλίγονται τα γεγονότα. Ο Παπαδιαμάντης δεν αντιγράφει ήθη και
έθιμα. Βλέπει τη λαϊκή ψυχή, ζει τις εκδηλώσεις και αποτυπώνει όλα αυτά
στο έργο του, ένα έργο τελείως προσωπικό και ιδιότυπο ως προς την εκλογή
των θεμάτων, την έμπνευση και τη γλώσσα.
Ο
Παπαδιαμάντης αγάπησε την απλοϊκή ζωή, τη νοσταλγούσε και την
ονειροπολούσε συνεχώς και είχε το μεγάλο μυστικό να μεταμορφώνει τα
ονειροπολήματά του σε εκλεκτά διηγήματα. Ασφαλώς τέτοιες ώρες νοσταλγίας
και ονειροπόλησης έπλασε τα «Ρόδινα Ακρογιάλια» (1908), «Ολόγυρα, στη
λίμνη» (1892), «Το Αστεράκι» (1909), «Το μοιρολόγι της φώκιας»(1908)
κ.ά. Τέτοιες ώρες, επίσης, καθώς έσκυβε πάνω από τον ανθρώπινο πόνο,
έγραψε τη «Μαυρομαντηλού» (1891), τη «Σταχομαζώχτρα» (1889), το «Σπιτάκι
στο λιβάδι» (1896), την «Υπηρέτρα» (1888) ή το μικρό αριστούργημα «Στο
Χριστό στο κάστρο» (1892).
Στο
προσωπικό ύφος του Παπαδιαμάντη ανήκουν ακόμα η έντονη λατρεία της
φύσης, η θρησκευτική ευλάβεια και η βυζαντινή μελωδία, που είναι διάχυτη
στο έργο του. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: «Όσον ζω και αναπνέω και
σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να
περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια
ελληνικά ήθη».
Ιδιόμορφη
είναι και η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, επηρεασμένη από τα εκκλησιαστικά
βιβλία. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει ούτε τη σαφήνεια και κατανόηση, ούτε
το να έχουν οι φυσικές του περιγραφές, ποίηση αληθινή.
Γενικά,
ο Παπαδιαμάντης χάρισε σελίδες αριστοτεχνικές στη νεοελληνική
λογοτεχνία και θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους διηγηματογράφους
μας. Ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης στο δοκίμιό του για τον
Μακρυγιάννη έγραψε: «Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος
της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχομε τον
Παπαδιαμάντη».
Ο
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έζησε τον περισσότερο χρόνο του στην Αθήνα και
όταν κατάλαβε το τέλος του, αναζήτησε την αγαπημένη του Σκιάθο, όπου
και πέθανε από πνευμονία τα ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου 1911.
Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος
Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4η Μαρτίου 1851. Εβγήκα από το Ελληνικόν
Σχολείον εις τα 1863, αλλά μόνον τω 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον
Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα εις
Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα εις την πατρίδα. Κατά
Ιούλιον του 1872 υπήγα εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα
ολίγους μήνας. Τω 1873 ήλθα εις Αθήνας και εφοίτησα εις την Δ΄ του
Βαρβακείου. Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικὴν Σχολήν, όπου ήκουα
κατ' εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τα
ξένας γλώσσας.
Μικρὸς εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τω 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» , έργον μου, εις το περιοδικὸν «Σωτήρας». Τω 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των Εθνών» εις το «Μὴ χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά και εφημερίδας.
Μικρὸς εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τω 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» , έργον μου, εις το περιοδικὸν «Σωτήρας». Τω 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των Εθνών» εις το «Μὴ χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά και εφημερίδας.
Ο άγιος των Ελληνικών γραμμάτων….
Όταν
είχα διαβάσει κάπου ότι ο Καβάφης τον αποκαλούσε «η κορυφή των
κορυφών», είχα εντυπωσιαστεί, και η αλήθεια είναι ότι αν καταφέρεις και
τον διαβάσεις, αν μπεις μέσα στα γραπτά του, ανακατευτείς με τις λέξεις
και δεις και ανάμεσα σ’ αυτές, τότε καταλαβαίνεις την μεγαλοσύνη του.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στην Σκιάθο το 1851 και γονείς του ήταν ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η Αγγελική το γένος Μωραϊτίδη. Μεγάλωσε ανάμεσα σε εννιά παιδιά (τα δύο πέθαναν μικρά) και εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα εξωκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου. Όλα αυτά διαμόρφωσαν μια χριστιανοπρεπή ιδιοσυγκρασία, που διατήρησε με πείσμα ως το τέλος της ζωής του.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο νησί του, εσωτερικός στην Ι. Μονή του Ευαγγελισμού. Φοίτησε στο Γυμνάσιο (με πολλές διακοπές, λόγω οικονομικών δυσκολιών) στη Χαλκίδα και στον Πειραιά και το τέλειωσε στο Βαρβάκειο της Αθήνας. Πάντα φτωχός, άρχισε από μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος όπου παρέμεινε οκτώ μήνες σαν δόκιμος μοναχός. Τα παράτησε όμως, επέστρεψε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία, με όλες τις προσπάθειες που έκανε, δεν την τελείωσε, γιατί η φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια.
Από τη στιγμή που γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο άρχισε να δημοσιογραφεί και να κάνει μεταφράσεις από τα Γαλλικά και Αγγλικά, γλώσσες που είχε μάθει σε βάθος και που λίγοι τις γνώριζαν τόσο καλά στην εποχή του. Οι απολαβές του όμως ήταν πενιχρές και αναγκαζόταν να ζει σε φτωχικά δωμάτια, όντας πάντα ολιγαρκής και λιτοδίαιτος.
Η θέση του έγινε καλύτερη κάπως, όταν άρχισε να συνεργάζεται με την εφημερίδα Ακρόπολη (η αμοιβή του ήταν υπέρογκη, μια και έπαιρνε 200 και 250 δραχμές το μήνα), αλλά η οικονομική του κατάσταση στάθηκε για πάντα η αδύνατη πλευρά του. Ήταν σπάταλος και ανοργάνωτος όσον αφορά τη διαχείριση των χρημάτων του. Όταν έπαιρνε το μισθό του, πλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη, (όπου έτρωγε είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια), έδινε το νοίκι, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς, σπαταλούσε χωρίς σκέψη για την αυριανή μέρα. Κι έτσι έμενε πάντα φτωχός και στενοχωρημένος, χωρίς να μπορεί να αγοράσει ακόμη και τα στοιχειώδη, ακόμα και ρούχα. Δεν μπορούσε να περιποιηθεί τον εαυτό του και η μεγάλη ανεμελιά του, συνοδευμένη από κάποια φυσική ραθυμία και νωθρότητα, με μια πλήρη αδιαφορία για τα βιοτικά, τον κρατούσε σε κατάσταση αθλιότητας. Άπλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια, γιατί ήταν λιτός και ασκητικός, σκορπούσε τα λεφτά του και μόνο κάθε πρωτομηνιά είχε χρήματα στην τσέπη του.
“Η
αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκεν την πείναν. Η πείνα παρήγαγε
την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την
ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή
του τέρατος τούτου”
Του άρεσε να ζει στον κλειστό εσωτερικό του κόσμο και να ζητά την πνευματική ανακούφιση
ζωγραφίζοντας τις αναμνήσεις του στα ποιήματά του και στον ποιητικότατο
πεζό του λόγο, στα διάφορα διηγήματά του, που τα περισσότερα
ξαναζωντανεύουν τους παλιούς θρύλους του νησιού του. Η ζωή του
Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και
η ασυλλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική
κατάσταση, ενώ παράλληλα χειροτέρευε και η υγεία του. Κάποιοι φίλοι του
διοργάνωσαν μια γιορτή στο Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» το 1908 για τα
λογοτεχνικά εικοσιπεντάχρονά του και κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα
χρηματικό ποσό, με σκοπό να τον βοηθήσουν να βγει από το οικονομικό
αδιέξοδο. Πράγματι, ο Παπαδιαμάντης κατόρθωσε να πληρώσει τα χρέη του
και να αγοράσει για πρώτη φορά καινούρια ρούχα κι ετοιμάστηκε να
επιστρέψει στη Σκιάθο. Μάταια ο Νιρβάνας (γιατρός ο ίδιος) προσπάθησε να
τον πείσει να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Στα τέλη του Μαρτίου του 1908
έφυγε για το νησί του, με σκοπό να μην ξαναγυρίσει στην πόλη «της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών», όπως έλεγε.
“Τώρα όμως η πράγματι επικρατούσα θρησκεία είναι ο πλέον ακάθαρτος και κτηνώδης υλισμός.”
Στο νησί του εξακολούθησε να κάνει μεταφράσεις για να έχει κάποιον πόρο ζωής,
μα ύστερα από λίγο τα χέρια του πρήστηκαν και του ήταν δύσκολο να
γράφει. Το ημερήσιο πρόγραμμά του περιλάμβανε πολύ πρωινό ξύπνημα, μια
βόλτα στην ακρογιαλιά κι ύστερα εκκλησία. Μαζεύοντας τα ιστορικά του
νησιού και τα παλιά χρονικά συνέθεσε τα τελευταία του διηγήματα πιο
ώριμα και πιο ολοκληρωμένα.Ο Παπαδιαμάντης πέθανε τον Ιανουάριο του 1911, ύστερα από επιδείνωση της υγείας του. Η κηδεία του τελέστηκε μέσα στο πένθος όλων των απλών ανθρώπων του νησιού. Με την είδηση του θανάτου του, το πένθος έγινε πανελλήνιο. Έγιναν επίσημα μνημόσυνα στην Αθήνα, στην Πόλη, στην Αλεξάνδρεια κ.α. Ορισμένοι ποιητές συνέθεσαν εγκωμιαστικά έργα, και τα φιλολογικά περιοδικά της εποχής εξέδωσαν τιμητικά τεύχη, αφιερωμένα στη μνήμη του. Ο εκδοτικός οίκος Φέξη, λίγο αργότερα, άρχισε την έκδοση των έργων του, που έφτασαν τους έντεκα τόμους.
“Η
αλήθεια είναι πάντοτε παράλογος, και διά τούτο δεν την λέγουσι ποτέ οι
φρόνιμοι και ηλικιωμένοι άνθρωποι, αλλά την ομολογούσιν οι μεθυσμένοι,
οι τρελλοί, οι άρρωστοι και τα μικρά παιδία.” («Οι Έμποροι των Εθνών»)
Το σπίτι του στην Σκιάθο, όπως σώζεται σήμερα (φωτογραφίες πάνω και κάτω)
Ξυλογραφία του Ευθύμη Παπαδημητρίου και αριστερά ένα γλυπτό ανάγλυφο
Με τα ίδια του τα χέρια έχει γράψει αυτό το βιογραφικό σημείωμα. Διαβάστε το κάτω.
Ἐγεννήθην
ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ
1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα
τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς
σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς
τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873
ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874
ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ” ἐκλογὴν ὀλίγα
μαθήματα φιλολογικά, κατ” ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας. Μικρὸς
ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω
κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτήρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας.
Από Ν Μουρατίδης
Τ ο σπίτι - Μουσείο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο
"Το σπίτι όπου γαλουχήθηκε και πέρασε τα πρώτα του χρόνια ο συγγραφέας της Φόνισσας, όπου δοκίμασε τους πρώτους καημούς κι έπλεξε τα πρώτα όνειρα της ζωής του και όπου κατατρεγμένος έκλεισε τα μάτια του, είναι απ' τα παλιά αρχοντικά του νησιού, της ντόπιας αρχιτεκτονικής, στο κεντρικότερο μέρος της πόλης της Σκιάθου" (Γ. Βαλέτας).
Από Ν Μουρατίδης
Τ ο σπίτι - Μουσείο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο
"Το σπίτι όπου γαλουχήθηκε και πέρασε τα πρώτα του χρόνια ο συγγραφέας της Φόνισσας, όπου δοκίμασε τους πρώτους καημούς κι έπλεξε τα πρώτα όνειρα της ζωής του και όπου κατατρεγμένος έκλεισε τα μάτια του, είναι απ' τα παλιά αρχοντικά του νησιού, της ντόπιας αρχιτεκτονικής, στο κεντρικότερο μέρος της πόλης της Σκιάθου" (Γ. Βαλέτας).
·
Απέχει 80 μέτρα από το ανατολικό λιμάνι, διώροφο με το κατώγι και το
ανώγι του. Είναι κτίσμα του 1860, αγροτικού τύπου, εμβαδού 75 τ.μ. και
σ' αυτό έζησε όλη η οικογένεια του παπα-Διαμαντή Εμμανουήλ, τα 5 παιδιά
του (3 κορίτσια και 2 αγόρια) και η πρεσβυτέρα, μητέρα του Αλ.
Παπαδιαμάντη, η Γκιουλώ (Αγγελικώ) Μωραΐτη-Παπαδιαμάντη.
Στον επάνω όροφο είναι τρία δωμάτια, οι κατοικήσιμοι χώροι, και έξω στο χαγιάτι είναι το καλοκαιρινό κουζινάκι του σπιτιού. Από την πλατεία Παπαδιαμάντη μια ξύλινη σκάλα στην ανατολική πλευρά του σπιτιού μας οδηγεί στο χαγιάτι και από αυτό εισερχόμαστε στο σπίτι.
Ό,τι αντικείμενα, έπιπλα και ρούχα υπάρχουν είναι αυτά που θέλησαν να χαρίσουν οι απόγονοι του συγγραφέα, που είναι ανήψια του, τα παιδιά δηλ. της παντρεμένης αδελφής του Ουρανίας Αλεξάνδρου και του αδελφού του Γιώργου Παπαδιαμάντη.
Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλλόγιστη απλοχεριά
του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, ενώ παράλληλα
χειροτέρευε και η υγεία του...
Στον επάνω όροφο είναι τρία δωμάτια, οι κατοικήσιμοι χώροι, και έξω στο χαγιάτι είναι το καλοκαιρινό κουζινάκι του σπιτιού. Από την πλατεία Παπαδιαμάντη μια ξύλινη σκάλα στην ανατολική πλευρά του σπιτιού μας οδηγεί στο χαγιάτι και από αυτό εισερχόμαστε στο σπίτι.
Ό,τι αντικείμενα, έπιπλα και ρούχα υπάρχουν είναι αυτά που θέλησαν να χαρίσουν οι απόγονοι του συγγραφέα, που είναι ανήψια του, τα παιδιά δηλ. της παντρεμένης αδελφής του Ουρανίας Αλεξάνδρου και του αδελφού του Γιώργου Παπαδιαμάντη.
Ο Παπαδιαμάντης "έφυγε" χωρίς να δει τυπωμένο ούτε ένα έργο του!
3 Ιανουαρίου του 1911… Φεύγει από την ζωή ο Αλέξανδρος
Παπαδιαμάντης χωρίς να έχει την ευτυχία να δει ούτε ένα έργο του
τυπωμένο σε βιβλίο!
«…O Παπαδιαμάντης είναι ο μεγάλος ζωγράφος των ταπεινών!...»( Κωστής Παλαμάς)
« … Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ' ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτήρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας…»
Οι γονείς του ήταν ο Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ιερέας και η Αγγελική (Γκιουλώ) το γένος Μωραϊτίδη. Είχε αλλά οκτώ αδέλφια που τα δυο πέθαναν όταν ήταν μικρά. Εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα εξωκκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου κι αυτό « γράφτηκε» ανεξίτηλα στον χαρακτήρα του επηρεάζοντας σχεδόν όλη του τη ζωή.
Ήταν η « Κορυφή των κορυφών »…θα πει ο Καβάφης
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο νησί του, εσωτερικός στην Ι. Μονή του Ευαγγελισμού. Φοίτησε στο Γυμνάσιο (με πολλές διακοπές, λόγω οικονομικών δυσκολιών) στη Χαλκίδα και στον Πειραιά και το τελείωσε στο Βαρβάκειο της Αθήνας. Πάντα φτωχός, άρχισε από μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος μοναχός. Επιστρέφει στη Φιλοσοφική σχολή των Αθηνών την οποία δεν τελειώνει ποτέ λόγω της φτώχειας και της όχι και τόσο καλής του υγείας. Ο πατέρας του στεναχωριέται πολύ γι αυτό έρχεται πάλι στο νησί του αλλά επειδή οι οικονομικές του ανάγκες ήταν πολλές, σύντομα αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα. Όταν πιάνει δουλειά στην εφημερίδα « Ακρόπολις » με αμοιβή περίπου 250 δρχ το μήνα η ζωή του γίνεται κάπως καλύτερη. Η αλόγιστη σπατάλη του και η κακή διαχείριση των οικονομικών του θα τον κρατάει πάντα σε μια κατάσταση αθλιότητας . Λένε πως σαν έπαιρνε το μισθό του, πλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη, (όπου έτρωγε είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια), έδινε το νοίκι, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς, σπαταλούσε χωρίς σκέψη για την αυριανή μέρα. Κι έτσι έμενε πάντα φτωχός και στενοχωρημένος, χωρίς να μπορεί να αγοράσει ακόμη και τα στοιχειώδη, ακόμα και ρούχα. Συχνά έμενε άπλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια, γιατί ήταν λιτότατος και ασκητικός, σκορπούσε τα λεφτά του και μόνο κάθε πρωτομηνιά είχε χρήματα στην τσέπη του.
Ενδεικτικό της σχέσης του με τα χρήματα είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Παύλος Νιρβάνας: όταν ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα "Το Άστυ", ο διευθυντής του προσέφερε για μισθό 150 δραχμές. Η απάντηση του Παπαδιαμάντη ήταν: «Πολλές είναι εκατόν πενήντα. Με φτάνουνε εκατό». Η βασανισμένη αυτή ζωή, η εντατική εργασία, το ξενύχτι και προπάντων το ποτό, που σιγά-σιγά του έγινε πάθος , καθώς και το τσιγάρο και η καθημερινή υπερβολική κούραση, κατέστρεψαν την υγεία του και τον έφεραν πρόωρα στο θάνατο.
Ωστόσο η συγγραφική του ικανότητα ήταν τέτοια ώστε αγαπήθηκε από πολύ κόσμο και οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής του τον παραλήρησαν με τον Ντοστογιέφσκι. Ο ίδιος λέει για την ικανότητα του στη γραφή : «Το έπ' έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».
Η ζωή του Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, ενώ παράλληλα χειροτέρευε και η υγεία του. Κάποιοι φίλοι του (μεταξύ των οποίων οι Μιλτιάδης Μαλακάσης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, Παύλος Νιρβάνας, Δημήτριος Κακλαμάνος, Αριστομένης Προβελέγγιος) διοργάνωσαν μια γιορτή στο Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός" το 1908 για τα λογοτεχνικά εικοσιπεντάχρονά του και κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, με σκοπό να τον βοηθήσουν να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο. Πράγματι, ο Παπαδιαμάντης κατόρθωσε να πληρώσει τα χρέη του και να αγοράσει για πρώτη φορά καινούρια ρούχα κι ετοιμάστηκε να επιστρέψει στη Σκιάθο. Μάταια ο Νιρβάνας (γιατρός ο ίδιος) προσπάθησε να τον πείσει να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Στα τέλη του Μαρτίου του 1908 έφυγε για το νησί του, με σκοπό να μην ξαναγυρίσει στην πόλη «της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών», όπως ο ίδιος έγραψε.
Στο νησί του εξακολούθησε να κάνει τις μεταφράσεις που του έστελνε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, για να έχει κάποιον πόρο ζωής, μα ύστερα από λίγο τα χέρια του πρήστηκαν και του ήταν δύσκολο να γράφει. Το ημερήσιο πρόγραμμά του περιλάμβανε πολύ πρωινό ξύπνημα, μια βόλτα στην ακρογιαλιά κι ύστερα εκκλησία. Μαζεύοντας τα ιστορικά του νησιού και τα παλιά χρονικά συνέθεσε τα τελευταία του διηγήματα πιο ώριμα και πιο ολοκληρωμένα.
Ο Παπαδιαμάντης πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911 από πνευμονία, ύστερα από επιδείνωση της υγείας του. Η κηδεία του τελέστηκε μέσα στο πένθος όλων των απλών ανθρώπων του νησιού. Με την είδηση του θανάτου του, το πένθος έγινε πανελλήνιο.
Ο Παπαδιαμάντης δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο κανένα έργο του.
Πολλοί ήταν λάτρεις του έργου του, άνθρωποι των γραμμάτων και μη κι άλλοι δεν μίλησαν σχεδόν καθόλου για αυτόν όσο ζούσε. Πολλά έργα του ήταν στην καθαρεύουσα όμως όσο περνούσε ο καιρός απλούστευε την γλώσσα του όσο μπορούσε μέχρι που τα τελευταία του έργα τα έγραψε στην δημοτική. Για το έργο του οι κριτικοί λογοτέχνες, όπως ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Άγγελος Βλάχος, ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο Ιωάννης Δαμβέργης, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος δεν ανέφεραν ούτε λέξη όσο ήταν εν ζωή.
Ο πάντοτε παρατηρητικός Ξενόπουλος δίσταζε να διακηρύξει την αξία του Παπαδιαμάντη. Μόνο ο Κωστής Παλαμάς, γράφει για αυτόν : «ένα περιβόλι είναι ο κόσμος πού μας παρουσιάζει στις ιστορίες του... Παντού τα συγκεκριμένα και τα χειροπιαστά, ζωγραφιές των πραγμάτων, όχι άρθρα... Πρόσωπα, όχι δόγματα. Εικόνες, όχι φράσεις. Κουβέντες, όχι κηρύγματα, διηγήματα, όχι αγορεύσεις». Το ίδιο κάνει κι ο Παύλος Νιρβάνας στα 1906: «Εκείνος πού θα δώσει μίαν ημέραν μακρινήν... την εικόνα του Παπαδιαμάντη, του πρώτου και μοναδικού της εποχής μας, δεν πρέπει να χωρίσει ποτέ τον συγγραφέα από τον άνθρωπον... Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι γραμματάνθρωπος, είναι ποιητής».
Αμέσως όμως μετά τον θάνατό του όλοι, ομόφωνα σχεδόν, τον εγκωμίασαν αυθόρμητα. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος τον τίμησε με μια από τις καλύτερες κριτικές μελέτες του. Όπως έγραψε, «ο Παπαδιαμάντης δεν εψεύστηκε ποτέ, δεν εμιμήθη ποτέ, δεν έπροσποιήθη ποτέ, δεν εκιβδηλοποίησε ποτέ. Έκοψε μόνον ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείον της ψυχής του, της αγνής και αδιαφθόρου... Η ψυχή του είναι καθαυτό η ρωμέικη λαϊκή ψυχή», ενώ θεωρεί αριστούργημα τού Παπαδιαμάντη την Φόνισσα και την χαρακτηρίζει «τραγωδίαν μεγαλοπρεπεστάτην».
Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε στο Ἄξιoν Ἐστί :
Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό, ἀδελφοί ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸκαὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει επίσης : Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι ὁ πιὸ σημαντικὸς πεζογράφος τῆς νέας ἙλληνικῆςΛογοτεχνίας, ἂν ὄχι ὁ πιὸ μεγάλος, γιατί ἔχομε τὸν Παπαδιαμάντη.
Και ο Κωστής Παλαμάς συμπληρώνει : « Ο Παπαδιαμάντης είναι ο μεγάλος ζωγράφος των ταπεινών»
Έγραψε τα μυθιστορήματα :Η Γυφτοπούλα (1884), η Μετανάστις (1880),οι Έμποροι των Εθνών (1883).
Τις νουβέλες: Βαρδιάνος στα σπόρκα (1893),η Φόνισσα (1903),τα ρόδινα ακρογιάλια (1908),Χρήστος Μηλιόνης (1885)
Και πάρα πολλά διηγήματα όπως :
Αγάπη στον κρεμνό, Άγια και πεθαμένα (1896), Άλλος τύπος (1903),Αμαρτίας φάντασμα (1900), Άνθος του γιαλού (1906),Αποκριάτικη νυχτιά (1892),Απόλαυσις στη γειτονιά (1900), Άσπρη σαν το χιόνι (1907), Άψαλτος (1906),Γουτού γουπατού (1899),Γυνή πλέουσα (1905), Εξοχική Λαμπρή (1890),Εξοχικόν κρούσμα (1906), Έρημο μνήμα (1910),Η Βλαχοπούλα (1892), Η Γλυκοφιλούσα (1894) Η Δασκαλομάννα (1894),Η Επίσκεψις του αγίου Δεσπότη (1906),Η Θητεία της πενθεράς (1902), Η Θεοδικία της δασκάλας (1906), Η Ξομπλιαστήρα (1906), Η Κάλτσα της Νώενας (1907), Η Μακρακιστίνα (1906),Η Μαούτα (1905),Η Μαυρομαντηλού (1891),Η Νοσταλγός (1894),Η Σταχομαζώχτρα (1889),Η Στοιχειωμένη καμάρα (1904),Η Συντέκνισσα (1903),Η Τελευταία βαπτιστική (1888), Η Τύχη απ' την Αμέρικα (1901),Η Φαρμακολύτρια (1900),Η Φωνή του Δράκου (1904),Η Χήρα παπαδιά (1888), Η Χήρα του Νεομάρτυρος (1905),Η Χολεριασμένη (1901),Κοκκώνα θάλασσα (1900),Λαμπριάτικος ψάλτης (1893),Με τον πεζόβολο (1907),Μια ψυχή (1891), Μικρά ψυχολογία (1903),Ναυαγίων ναυάγια (1893),Νεκρός ταξιδιώτης (1910), Ο Αβασκαμός του Αγά (1896), Ο Αειπλάνητος (1903), Ο Αλιβάνιστος (1903), Ο Αμερικάνος (1891),Ο Ανάκατος (1910),Ο Γαγάτος καί τ' άλογο (1900),Ο Γείτονας με το λαγούτο (1900),Ο Διδάχος (1906), Ο Έρωτας στα χιόνια (1896), Ο Κακόμης (1903),Ο Καλόγερος (1892),Ο Κοσμολαΐτης (1903),Ο Ξεπεσμένος δερβίσης (1896),Ο Πανδρολόγος (1902),Ο Πανταρώτας (1891),Ο Πεντάρφανος (1905) Ο Πολιτισμός εις το χωρίον (1891), Ο Σημαδιακός (1889), Ο Τυφλοσύρτης (1892),Ο Χαραμάδος (1904), Ο Χορός εις του κ. Περιάνδρου (1905), Οι Δύο δράκοι (1906), Οι Ελαφροΐσκιωτοι (1892),Οι Κουκλοπαντρειές (1903),Οι Λίρες του Ζάχου (1908), Οι Μάγισσες (1900),Οι Ναυαγοσώσται (1901), Οι Παραπονεμένες (1899), Οι Χαλασοχώρηδες (1892),Ολόγυρα στη λίμνη (1892), Όνειρο στο κύμα (1900),Παιδική Πασχαλιά (1891),Πάσχα ρωμέικο (1891),Πατέρα στο σπίτι (1895),Ποία εκ των δύο (1906),Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου (1906),Σταγόνα νερού (1906),Στην Αγ. Αναστασά (1892), Στο Χριστό, στο Κάστρο (1892),Στρίγγλα μάννα (1902),Τα Δυό κούτσουρα (1904),Τα Δυό τέρατα (1909), Τα Καλαμπούρια ενός δασκάλου (1908),Τα Κρούσματα (1903),Τα Λιμανάκια (1907), Τα Πτερόεντα δώρα (1907),Τα Συχαρίκια (1894),Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη (1896),Της Δασκάλας τα μάγια (1909),Της Κοκκώνας το σπίτι (1893),Το Γιαλόξυλο (1905), Το Γράμμα στην Αμερική (1910),Το Ενιαύσιον θύμα (1899),Το Θαλάσσωμα (1906),Το Θαύμα της Καισαριανής (1901),Το Καμίνι (1907), Το Κρυφό Μανδράκι (1906),Το Μυρολόγι της φώκιας (1908), Το «Νάμι» της (1906),Το Νησί της Ουρανίτσας (1902),Το Πνίξιμο του παιδιού (1900),Το Σπιτάκι στο λιβάδι (1896), Το Τυφλό σοκκάκι (1906), Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη,Το Χριστόψωμο (1887),Το Ψοφίμι (1906),Τρελλή βραδυά (1901),Υπηρέτρα (1888),Υπό την βασιλικήν δρύν (1901),Φιλόστοργοι (1895),Φορτωμένα κόκκαλα (1907),Φτωχός άγιος (1891),Φώτα – Ολόφωτα (1894),Χωρίς στεφάνι (1896), Ωχ! Βασανάκια (1894)
ΠΗΓΕΣ:
Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Wikipedia.gr
Ελύτης Οδυσσέας, "Η μαγεία του Παπαδιαμάντη", Εκδ.Ύψιλον, 1996, Αθήνα
"Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη: Επιλογή κριτικών κειμένων", Εκδ.Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 200
«…O Παπαδιαμάντης είναι ο μεγάλος ζωγράφος των ταπεινών!...»( Κωστής Παλαμάς)
« … Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπήγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἤλθα εἰς Ἀθήνας καί ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ' ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰ ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἴτα ἔγραφα στίχους, καί ἐδοκίμαζα να συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτήρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καί ἐφημερίδας…»
Οι γονείς του ήταν ο Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ιερέας και η Αγγελική (Γκιουλώ) το γένος Μωραϊτίδη. Είχε αλλά οκτώ αδέλφια που τα δυο πέθαναν όταν ήταν μικρά. Εξοικειώθηκε νωρίς με τα εκκλησιαστικά πράγματα, τη θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα εξωκκλήσια και την ήσυχη ζωή του νησιώτικου περίγυρου κι αυτό « γράφτηκε» ανεξίτηλα στον χαρακτήρα του επηρεάζοντας σχεδόν όλη του τη ζωή.
Ήταν η « Κορυφή των κορυφών »…θα πει ο Καβάφης
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στο νησί του, εσωτερικός στην Ι. Μονή του Ευαγγελισμού. Φοίτησε στο Γυμνάσιο (με πολλές διακοπές, λόγω οικονομικών δυσκολιών) στη Χαλκίδα και στον Πειραιά και το τελείωσε στο Βαρβάκειο της Αθήνας. Πάντα φτωχός, άρχισε από μαθητής να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφτηκε το Άγιο Όρος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα, όπου παρέμεινε οκτώ μήνες ως δόκιμος μοναχός. Επιστρέφει στη Φιλοσοφική σχολή των Αθηνών την οποία δεν τελειώνει ποτέ λόγω της φτώχειας και της όχι και τόσο καλής του υγείας. Ο πατέρας του στεναχωριέται πολύ γι αυτό έρχεται πάλι στο νησί του αλλά επειδή οι οικονομικές του ανάγκες ήταν πολλές, σύντομα αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα. Όταν πιάνει δουλειά στην εφημερίδα « Ακρόπολις » με αμοιβή περίπου 250 δρχ το μήνα η ζωή του γίνεται κάπως καλύτερη. Η αλόγιστη σπατάλη του και η κακή διαχείριση των οικονομικών του θα τον κρατάει πάντα σε μια κατάσταση αθλιότητας . Λένε πως σαν έπαιρνε το μισθό του, πλήρωνε τα χρέη του στην ταβέρνα του Κεχριμάνη, (όπου έτρωγε είκοσι εφτά ολόκληρα χρόνια), έδινε το νοίκι, έστελνε στη Σκιάθο, μοίραζε στους φτωχούς, σπαταλούσε χωρίς σκέψη για την αυριανή μέρα. Κι έτσι έμενε πάντα φτωχός και στενοχωρημένος, χωρίς να μπορεί να αγοράσει ακόμη και τα στοιχειώδη, ακόμα και ρούχα. Συχνά έμενε άπλυτος, απεριποίητος, σχεδόν κουρελής, ενώ μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια, γιατί ήταν λιτότατος και ασκητικός, σκορπούσε τα λεφτά του και μόνο κάθε πρωτομηνιά είχε χρήματα στην τσέπη του.
Ενδεικτικό της σχέσης του με τα χρήματα είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Παύλος Νιρβάνας: όταν ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη συνεργασία του με την εφημερίδα "Το Άστυ", ο διευθυντής του προσέφερε για μισθό 150 δραχμές. Η απάντηση του Παπαδιαμάντη ήταν: «Πολλές είναι εκατόν πενήντα. Με φτάνουνε εκατό». Η βασανισμένη αυτή ζωή, η εντατική εργασία, το ξενύχτι και προπάντων το ποτό, που σιγά-σιγά του έγινε πάθος , καθώς και το τσιγάρο και η καθημερινή υπερβολική κούραση, κατέστρεψαν την υγεία του και τον έφεραν πρόωρα στο θάνατο.
Ωστόσο η συγγραφική του ικανότητα ήταν τέτοια ώστε αγαπήθηκε από πολύ κόσμο και οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής του τον παραλήρησαν με τον Ντοστογιέφσκι. Ο ίδιος λέει για την ικανότητα του στη γραφή : «Το έπ' έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη».
Η ζωή του Παπαδιαμάντη μέρα με τη μέρα γινόταν δυσκολότερη. Η φτώχεια, το ποτό και η ασυλλόγιστη απλοχεριά του έγιναν αιτία να φτάσει σε απελπιστική κατάσταση, ενώ παράλληλα χειροτέρευε και η υγεία του. Κάποιοι φίλοι του (μεταξύ των οποίων οι Μιλτιάδης Μαλακάσης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, Παύλος Νιρβάνας, Δημήτριος Κακλαμάνος, Αριστομένης Προβελέγγιος) διοργάνωσαν μια γιορτή στο Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός" το 1908 για τα λογοτεχνικά εικοσιπεντάχρονά του και κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, με σκοπό να τον βοηθήσουν να βγει από το οικονομικό αδιέξοδο. Πράγματι, ο Παπαδιαμάντης κατόρθωσε να πληρώσει τα χρέη του και να αγοράσει για πρώτη φορά καινούρια ρούχα κι ετοιμάστηκε να επιστρέψει στη Σκιάθο. Μάταια ο Νιρβάνας (γιατρός ο ίδιος) προσπάθησε να τον πείσει να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Στα τέλη του Μαρτίου του 1908 έφυγε για το νησί του, με σκοπό να μην ξαναγυρίσει στην πόλη «της δουλοπαροικίας και των πλουτοκρατών», όπως ο ίδιος έγραψε.
Στο νησί του εξακολούθησε να κάνει τις μεταφράσεις που του έστελνε ο Γιάννης Βλαχογιάννης, για να έχει κάποιον πόρο ζωής, μα ύστερα από λίγο τα χέρια του πρήστηκαν και του ήταν δύσκολο να γράφει. Το ημερήσιο πρόγραμμά του περιλάμβανε πολύ πρωινό ξύπνημα, μια βόλτα στην ακρογιαλιά κι ύστερα εκκλησία. Μαζεύοντας τα ιστορικά του νησιού και τα παλιά χρονικά συνέθεσε τα τελευταία του διηγήματα πιο ώριμα και πιο ολοκληρωμένα.
Ο Παπαδιαμάντης πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911 από πνευμονία, ύστερα από επιδείνωση της υγείας του. Η κηδεία του τελέστηκε μέσα στο πένθος όλων των απλών ανθρώπων του νησιού. Με την είδηση του θανάτου του, το πένθος έγινε πανελλήνιο.
Ο Παπαδιαμάντης δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο κανένα έργο του.
Πολλοί ήταν λάτρεις του έργου του, άνθρωποι των γραμμάτων και μη κι άλλοι δεν μίλησαν σχεδόν καθόλου για αυτόν όσο ζούσε. Πολλά έργα του ήταν στην καθαρεύουσα όμως όσο περνούσε ο καιρός απλούστευε την γλώσσα του όσο μπορούσε μέχρι που τα τελευταία του έργα τα έγραψε στην δημοτική. Για το έργο του οι κριτικοί λογοτέχνες, όπως ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Άγγελος Βλάχος, ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο Ιωάννης Δαμβέργης, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος δεν ανέφεραν ούτε λέξη όσο ήταν εν ζωή.
Ο πάντοτε παρατηρητικός Ξενόπουλος δίσταζε να διακηρύξει την αξία του Παπαδιαμάντη. Μόνο ο Κωστής Παλαμάς, γράφει για αυτόν : «ένα περιβόλι είναι ο κόσμος πού μας παρουσιάζει στις ιστορίες του... Παντού τα συγκεκριμένα και τα χειροπιαστά, ζωγραφιές των πραγμάτων, όχι άρθρα... Πρόσωπα, όχι δόγματα. Εικόνες, όχι φράσεις. Κουβέντες, όχι κηρύγματα, διηγήματα, όχι αγορεύσεις». Το ίδιο κάνει κι ο Παύλος Νιρβάνας στα 1906: «Εκείνος πού θα δώσει μίαν ημέραν μακρινήν... την εικόνα του Παπαδιαμάντη, του πρώτου και μοναδικού της εποχής μας, δεν πρέπει να χωρίσει ποτέ τον συγγραφέα από τον άνθρωπον... Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι γραμματάνθρωπος, είναι ποιητής».
Αμέσως όμως μετά τον θάνατό του όλοι, ομόφωνα σχεδόν, τον εγκωμίασαν αυθόρμητα. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος τον τίμησε με μια από τις καλύτερες κριτικές μελέτες του. Όπως έγραψε, «ο Παπαδιαμάντης δεν εψεύστηκε ποτέ, δεν εμιμήθη ποτέ, δεν έπροσποιήθη ποτέ, δεν εκιβδηλοποίησε ποτέ. Έκοψε μόνον ολόχρυσα νομίσματα από το μεταλλείον της ψυχής του, της αγνής και αδιαφθόρου... Η ψυχή του είναι καθαυτό η ρωμέικη λαϊκή ψυχή», ενώ θεωρεί αριστούργημα τού Παπαδιαμάντη την Φόνισσα και την χαρακτηρίζει «τραγωδίαν μεγαλοπρεπεστάτην».
Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε στο Ἄξιoν Ἐστί :
Ὅπου καὶ νὰ σᾶς βρίσκει τὸ κακό, ἀδελφοί ὅπου καὶ νὰ θολώνει ὁ νοῦς σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμὸκαὶ μνημονεύετε Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει επίσης : Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι ὁ πιὸ σημαντικὸς πεζογράφος τῆς νέας ἙλληνικῆςΛογοτεχνίας, ἂν ὄχι ὁ πιὸ μεγάλος, γιατί ἔχομε τὸν Παπαδιαμάντη.
Και ο Κωστής Παλαμάς συμπληρώνει : « Ο Παπαδιαμάντης είναι ο μεγάλος ζωγράφος των ταπεινών»
Έγραψε τα μυθιστορήματα :Η Γυφτοπούλα (1884), η Μετανάστις (1880),οι Έμποροι των Εθνών (1883).
Τις νουβέλες: Βαρδιάνος στα σπόρκα (1893),η Φόνισσα (1903),τα ρόδινα ακρογιάλια (1908),Χρήστος Μηλιόνης (1885)
Και πάρα πολλά διηγήματα όπως :
Αγάπη στον κρεμνό, Άγια και πεθαμένα (1896), Άλλος τύπος (1903),Αμαρτίας φάντασμα (1900), Άνθος του γιαλού (1906),Αποκριάτικη νυχτιά (1892),Απόλαυσις στη γειτονιά (1900), Άσπρη σαν το χιόνι (1907), Άψαλτος (1906),Γουτού γουπατού (1899),Γυνή πλέουσα (1905), Εξοχική Λαμπρή (1890),Εξοχικόν κρούσμα (1906), Έρημο μνήμα (1910),Η Βλαχοπούλα (1892), Η Γλυκοφιλούσα (1894) Η Δασκαλομάννα (1894),Η Επίσκεψις του αγίου Δεσπότη (1906),Η Θητεία της πενθεράς (1902), Η Θεοδικία της δασκάλας (1906), Η Ξομπλιαστήρα (1906), Η Κάλτσα της Νώενας (1907), Η Μακρακιστίνα (1906),Η Μαούτα (1905),Η Μαυρομαντηλού (1891),Η Νοσταλγός (1894),Η Σταχομαζώχτρα (1889),Η Στοιχειωμένη καμάρα (1904),Η Συντέκνισσα (1903),Η Τελευταία βαπτιστική (1888), Η Τύχη απ' την Αμέρικα (1901),Η Φαρμακολύτρια (1900),Η Φωνή του Δράκου (1904),Η Χήρα παπαδιά (1888), Η Χήρα του Νεομάρτυρος (1905),Η Χολεριασμένη (1901),Κοκκώνα θάλασσα (1900),Λαμπριάτικος ψάλτης (1893),Με τον πεζόβολο (1907),Μια ψυχή (1891), Μικρά ψυχολογία (1903),Ναυαγίων ναυάγια (1893),Νεκρός ταξιδιώτης (1910), Ο Αβασκαμός του Αγά (1896), Ο Αειπλάνητος (1903), Ο Αλιβάνιστος (1903), Ο Αμερικάνος (1891),Ο Ανάκατος (1910),Ο Γαγάτος καί τ' άλογο (1900),Ο Γείτονας με το λαγούτο (1900),Ο Διδάχος (1906), Ο Έρωτας στα χιόνια (1896), Ο Κακόμης (1903),Ο Καλόγερος (1892),Ο Κοσμολαΐτης (1903),Ο Ξεπεσμένος δερβίσης (1896),Ο Πανδρολόγος (1902),Ο Πανταρώτας (1891),Ο Πεντάρφανος (1905) Ο Πολιτισμός εις το χωρίον (1891), Ο Σημαδιακός (1889), Ο Τυφλοσύρτης (1892),Ο Χαραμάδος (1904), Ο Χορός εις του κ. Περιάνδρου (1905), Οι Δύο δράκοι (1906), Οι Ελαφροΐσκιωτοι (1892),Οι Κουκλοπαντρειές (1903),Οι Λίρες του Ζάχου (1908), Οι Μάγισσες (1900),Οι Ναυαγοσώσται (1901), Οι Παραπονεμένες (1899), Οι Χαλασοχώρηδες (1892),Ολόγυρα στη λίμνη (1892), Όνειρο στο κύμα (1900),Παιδική Πασχαλιά (1891),Πάσχα ρωμέικο (1891),Πατέρα στο σπίτι (1895),Ποία εκ των δύο (1906),Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου (1906),Σταγόνα νερού (1906),Στην Αγ. Αναστασά (1892), Στο Χριστό, στο Κάστρο (1892),Στρίγγλα μάννα (1902),Τα Δυό κούτσουρα (1904),Τα Δυό τέρατα (1909), Τα Καλαμπούρια ενός δασκάλου (1908),Τα Κρούσματα (1903),Τα Λιμανάκια (1907), Τα Πτερόεντα δώρα (1907),Τα Συχαρίκια (1894),Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη (1896),Της Δασκάλας τα μάγια (1909),Της Κοκκώνας το σπίτι (1893),Το Γιαλόξυλο (1905), Το Γράμμα στην Αμερική (1910),Το Ενιαύσιον θύμα (1899),Το Θαλάσσωμα (1906),Το Θαύμα της Καισαριανής (1901),Το Καμίνι (1907), Το Κρυφό Μανδράκι (1906),Το Μυρολόγι της φώκιας (1908), Το «Νάμι» της (1906),Το Νησί της Ουρανίτσας (1902),Το Πνίξιμο του παιδιού (1900),Το Σπιτάκι στο λιβάδι (1896), Το Τυφλό σοκκάκι (1906), Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη,Το Χριστόψωμο (1887),Το Ψοφίμι (1906),Τρελλή βραδυά (1901),Υπηρέτρα (1888),Υπό την βασιλικήν δρύν (1901),Φιλόστοργοι (1895),Φορτωμένα κόκκαλα (1907),Φτωχός άγιος (1891),Φώτα – Ολόφωτα (1894),Χωρίς στεφάνι (1896), Ωχ! Βασανάκια (1894)
ΠΗΓΕΣ:
Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Wikipedia.gr
Ελύτης Οδυσσέας, "Η μαγεία του Παπαδιαμάντη", Εκδ.Ύψιλον, 1996, Αθήνα
"Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη: Επιλογή κριτικών κειμένων", Εκδ.Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 200
Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ!
Η Ελληνική γλώσσα και τα βασικά χαρακτηριστικά της. Ένα άρθρο που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι Έλληνες.
Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες 41.615 λέξεις είναι από την Ελληνική γλώσσα.. (βιβλίο Γκίνες)
Η Ελληνική με την μαθηματική δομή της είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι μόνο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς, Microsoft).
Η Ελληνική και η Κινέζικη είναι οι μόνες γλώσσες με… συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και…στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.
(Francisco Adrados, γλωσσολόγος).
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο.
Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα.
Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.
Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι», όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.
Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας.
Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λες, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.
Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιο φρικτό τρόπο στο σχολείο, ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι το τόσο όμορφο και συναρπαστικό.
Η ΣΟΦΙΑ
Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα, όπως τα Αγγλικά, μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να ισχύει. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.
Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι. Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει.
Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη.
Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος, σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει, πως το λέμε; Μα, φυσικά, «άφθονο».
Έχουμε τη λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». ∆ιότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.
Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά . Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πας όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία!!!
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι), επειδή όταν βλέπουμε (σε αρχική φάση οι Θεοί) ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής, θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα, για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.
Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο.
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που μόνο Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά στη φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών. Αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.
Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων.
Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μπορείς να μιλάς σωστά σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.
Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, αφού προέρχεται από το ρήμα «άδω», που σημαίνει τραγουδώ.
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος:
«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική».
Ο γνωστός Γάλλος συγγραφεύς Ζακ Λακαρριέρ, επίσης, μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα:
«Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε ένα άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της.
Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήσαν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ξενάκης, είχε πολλές φορές τονίσει ότι η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της συμπαντικής.
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάττουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α.Τζιροπούλου-Ευσταθίου.
Είναι γνωστό εξάλλου πως, όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στη Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να θαυμάσουν, ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ώς αηδόνες».
∆υστυχώς, κάπου στην πορεία της ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή (την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς, στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας, τους οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην αρχαιοελληνική προφορά από ό,τι εμείς οι άνθρωποι της πόλεως.
Η Ελληνική γλώσσα επιβλήθηκε αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στην μουσικότητά της. Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μία γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».
www.e-thrapsano.gr hellasxg.blogspot.com
awakengr.com
Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015
28η Οκτωβρίου 1940
28η Οκτωβρίου 1940: συνοπτική ιστορική παρουσίαση του Ελληνοϊταλικού Πολέμου (1940-41)
«Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξάτελεσίγραφο του Μουσολίνι. Με αυτό, ο Ντούτσε ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας».
Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-41 (στην Ελλάδα αναφέρεται και ως Πόλεμος του 40 ή Έπος του 40) ήταν η πολεμική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και συνασπισμού Ιταλίας και Αλβανίας, η οποία διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 31 Μαΐου 1941, όταν και ολοκληρώθηκε η κατάληψη της χώρας. Επίσημη έναρξη του Πολέμου θεωρείται η «επίδοση του τελεσιγράφου», ενώ μετά τις 6 Απριλίου 1941, με την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, όπου η Ελλάδα κλήθηκε να αντιμετωπίσει τέσσερις εισβολείς, συνεχίστηκε ως Ελληνο-ϊταλο-γερμανικός πόλεμος, ή ορθότερα επί της ουσίας Ελληνο-Ιταλο-αλβανο-γερμανο-βουλγαρικός πόλεμος.
Ο πόλεμος αυτός ήταν προϊόν της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι που είχε εγκαθιδρύσει στην Ιταλία και που άρχισε να εκδηλώνεται με την έναρξη του Β” Π.Π. και ειδικότερα μετά τη συνομολόγηση του Χαλύβδινου Συμφώνου. Στα μέσα του 1940, ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του Άξονα ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες. Η Ιταλία είχε ήδη κατακτήσει την Αλβανία από την άνοιξη του 1939, καθώς και πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, όπως τη Σομαλιλάνδη, το καλοκαίρι του 1940, αλλά αυτές δεν ήταν επιτυχίες ανάλογες αυτών της ναζιστικής Γερμανίας. Ταυτόχρονα ο Μουσολίνι επιθυμούσε να ισχυροποιήσει τα συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια, που ένοιωθε ότι απειλούνταν από τη γερμανική πολιτική από την στιγμή που η Ρουμανία είχε δεχθεί την γερμανική προστασία για τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα.
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Με αυτό, ο Ντούτσε ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας. Ο Μεταξάς αρνήθηκε το τελεσίγραφο με τα λόγια: «Alors, c’est la guerre» (γαλλικά:«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»). Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ” άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Ορισμένοι πάλι σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων. Τίποτα φυσικά δεν αποκλείει την συνύπαρξη και των τριών εξηγήσεων.
Εντός ολίγων ωρών, ξεκίνησε η ιταλική επίθεση, ενώ ο Μεταξάς απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, στο οποίο κατέληγε με τα εξής λόγια: « Ὅλον τό Ἔθνος ἄς ἐγερθῆ σύσσωμον. Ἀγωνισθῆτε διά τήν Πατρίδα, τάς γυναίκας, τά παιδιά σας καί τάς ἱεράς μας παραδόσεις. Νύν ὑπέρ πάντων ὁ ἀγών. » Κατόπιν αυτού, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια και αντι-ιταλικά συνθήματα, ενώ διαδηλώσεις νέων εισέβαλαν σε ιταλικά γραφεία και επιχειρήσεις. Εκατοντάδες εθελοντές σε ολόκληρη την επικράτεια, άνδρες και γυναίκες, έσπευδαν στα στρατολογικά γραφεία για να καταταγούν. Ολόκληρο το έθνος ενώθηκε ενάντια στην ιταλική επιθετικότητα.
Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε την πρώτη νίκη των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και ανύψωσε το ηθικό των λαών στη σκλαβωμένη Ευρώπη. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η νίκη των Ελλήνων επηρέασε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναβάλουν την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Ιταλούς που έχαναν τον πόλεμο με την Ελλάδα. Η καθυστερημένη επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ενέπλεξε τις γερμανικές δυνάμεις στις σκληρές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα, με αποτέλεσμα την ήττα τους στη διάρκεια της Μάχης της Μόσχας.
Κατεβάστε σε ψηφιακό αρχείο τη συνοπτική ιστορική παρουσίαση του Ελληνοϊταλικού Πολέμου (1940-41) και των γεγονότων της 28ης Οκτωβρίου του 1940:
«Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-41. schooltime.gr: ιστορία»
____________________________________________________
σσ. το άρθρο αποτελεί μέρος του συνημμένου ψηφιακού αρχείου: «ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος (1940-41), schooltime.gr: Ιστορία» που συνοδεύεται από τις απαραίτητες άδειες αναδημοσίευσης.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)



