Έκανα τη μοναξιά μου παραθύρι στα όνειρα μου κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος και μου μίλησε με θάρρος. Μου 'πε: κοίτα πως πετάω κι από τα ψηλά κοιτάω έτσι είδα τα όνειρά σου κι είμαι τώρα εδώ μπροστά σου.
Μου 'πε κι άλλα - μου 'πε κι άλλα ώσπου άρχισε ψιχάλα... έλα, μου 'πε, πάμε τώρα δε φοβόμαστε τη μπόρα...
Θα πετάξουμε παντού έχω θύελλα στο νου αστραπή μες στην καρδιά μου ουρανό τα όνειρά μου.
Υπάρχει λένε μια μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά που θα την βρούμε;
Προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε κάτι απ' τα χρόνια...
Αλήθεια τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τι έγινε χτες, όλα θολά συγκεχυμένα...
Το πρωί περπατάω πάνω στα ερείπια δύο πολέμων για να πάω στην κουζίνα για καφέ.
Οι
αλήτες κοιτάζουν τα τραίνα που φεύγουν και τα μάτια τους για μια στιγμή
μένουν ορφανά και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών, δεν είναι η βροχή
αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε.
Οι μεθυσμένοι
τρικλίζουν κάτω απ' το βάρος της απεραντοσύνης, έξω απ' τα
ορφανοτροφεία, σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια κι η γυναίκα στο παράθυρο
τόσο θλιμμένη, που είναι έτοιμη να φύγει για τον ουρανό.
Όλα
θολά συγκεχυμένα... Οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους
χρήση... ποιοί είμαστε; ... άγνωστο... και μόνο καμιά φορά μέσα στους
εφιάλτες μας βρίσκουμε κάτι απ' τον αληθινό εαυτό μας.
Χέρια που
γκρεμίστηκαν σε αδέξιες χειρονομίες, μενεξεδένια ευσπλαχνία του δειλινού
που σκορπίζει λίγες βασιλικές δαντέλες στα γηροκομεία.
Το θεϊκό
δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων, τα μοναχικά βήματα του
περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου κι ο πατέρας μου πεθαμένος
εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο
μου... μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;
Ω γενιά μου χαμένη πήραμε μεγάλους δρόμους... μείναμε στη μέση... η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ' όλα τα ρολόγια.
Φίλοι παιδικοί που είστε; με ποιούς θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου στο άπειρο;
Οι
μεγάλοι κάθονται στα καφενεία, οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να
συλλαβίσουν το ανείπωτο, η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα
της...
Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το
μοιραστούμε... μια θλίψη τ' απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία και
κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη, είναι σαν να λέμε αντίο σ' όλη τη
ζωή.
Θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας Άννα; Το φύλο σου σαν ένα
μισανοιγμένο όστρακο που τ' ακούμπησε εκεί μια μακρινή τρικυμία, τα
στήθη σου δύο μικρά ηλιοτρόπια μες τ' αλησμόνητο πρωινό.
Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο.
Κάποτε θα αυτοκτονήσω μ' έναν τρόπο συνταρακτικό, με χαμηλόφωνα λόγια από παλιές συνωμοτικές μέρες...
Α ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα...
Τα
παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση... ενώ στο
βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίχτες με τ' ακορντεόν παίζανε τώρα για
την τύχη και τα καπέλα τους επιπλέανε ναυαγισμένα στη μουσική...
Ποίηση: Nâzım Hikmet Ran ( Ne güzel şey hatırlamak seni )*
Απόδοση στα ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος *
Μουσική: Μάνος Λοΐζος *
Βιντεοσύνθεση: Στέλλα Δενδηλιάρη *
Λήψεις από την Κωνσταντινούπολη ~ Οκτώβρης 2013 *
Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
μέσα απ' τους θορύβους του θανάτου
και της νίκης
Να συλλογιέμαι εσένανε
μέσα απ' τη φυλακή
κι έχοντας περασμένα τα σαράντα
Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
Να το 'να χέρι σου
σ' ένα ύφασμα γαλάζιο ξεχασμένο,
ξεχασμένο
Και να - να'μαι στα μαλλιά σου
η ραθυμιά η περήφανη
της Ιστανμπούλ της γης μου
Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι,
να γράφω λόγια σένα,
να σε κοιτάζω πλαγιασμένος
έτσι ανάσκελα μες στο κελί μου
Μια λέξη που 'χες πει
την τάδε μέρα,
στο τάδε μέρος
Όχι η λέξη η ίδια
μα αυτός ο τρόπος που είχε,
που είχε μέσα της
να κλείνει όλο τον κόσμο
Όμορφο που 'ναι να σε συλλογιέμαι
Για σένα θα σκαλίσω ακόμα
τόσα πράγματα
Θα φτιάξω ένα μικρό κουτί,
ένα δαχτυλίδι
Θα υφάνω τρεις οργιές μετάξι
Και ξαφνικά πετιέμαι ορθός
τρέχοντας να χουφτώσω
του παραθυριού τα κάγκελα
Και να φωνάζω στον γαλάζιο ουρανό
της λευτεριάς,
όλα μου τα τραγούδια
που 'γραψα για σένα
Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης **
Μουσική - Ερμηνεία: Μίκης Θεοδωράκης **
Βιντεοσύνθεση: Στέλλα Δενδηλιάρη **
Άλμπουμ: Τα Λυρικά (1978) **
credits: Nederlands Dans Theater - Silent Screen
Μοιρολόι της βροχής
βράδυ Κυριακής,
πού πηγαίνεις μοναχός
ούτε πόρτα να μπεις,
πέτρα να σταθείς
κι όπου πας, χλωμό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά
σε καρτερεί.
Παλληκάρι χλωμό
μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας,
ο καημός σου βραχνάς
πάψε να πονάς
η ζωή γοργά περνά
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί
κι έχε γεια.
Παλληκάρι χλωμό
σ' ηύρανε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι,
μοιρολόι η βροχή
μαύρα π' αντηχεί
στο καλό, χλωμό παιδί,
σαν τη μάγισσα
σε πήρε η Κυριακή.
Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο που...
Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ' άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ' τους μεγάλους στεναγμούς...
Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια
Όμως εσύ σωπαίνεις...
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;
Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν...
Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα...
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά...
Ενα συγκλονιστικό όσο και διαχρονικό ποιημα. Απαγγέλει η Μαριέτα Ριάλδη
Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή κόψ' τη φωνή σου σώπασε επιτέλους κι αν ο λόγος είναι αργυρός η σιωπή ειναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε: "σώπα".
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή, μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε: "κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ....σώπα!"
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε. Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο, "Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε, "θα βρείς το μπελά σου, σώπα".
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι "Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"
Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά , η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει. Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε "Σώπα".
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε : "Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα" Μπορεί να μην είχαμε με δ'αύτους γνωριμίες ζηλευτές, με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω, σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο. Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι. Κατάπιαμε τη γλώσσά μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε. Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα". και μαζευτηκαμε πολλοι μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα, τα πάντα κι όλα πολύ. Ευκολα , μόνο με το Σώπα. Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".
Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου και κάν'την να σωπάσει. Κόψ'την σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά. Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες. Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς , χωρίς να μιλάς να λές "έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς" Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.
και δεν θα μιλάς , θα γίνεις φαφλατάς , θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ'την αμέσως. Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός. Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου, γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο , με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει: ΜΙΛΑ!....