Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014


7 λόγοι για να ταξιδέψεις ΜΟΝΟΣ σου έστω μια φορά!!!


7 λογοι για να ταξιδεψεις ΜΟΝΟΣ σου εστω μια φορα!!!
Έστω μια φορά στη ζωή σου ΠΡΕΠΕΙ να ταξιδέψεις μόνο σου!!
Ορίστε και 7 λόγοι για να το αποφασίσεις πιο εύκολα!!

1. Θα γνωρίσεις απίστευτους ανθρώπους

Όταν ταξιδεύεις με παρέα συνήθως πέρνας όλο σου το χρόνο μαζί τους και δεν προσπαθείς να γνωρίσεις καινούργια άτομο. Όταν, όμως ταξιδεύεις solo... θα γνωρίσεις ΣΙΓΟΥΡΑ νέους φίλους και πίστεψε με η δυναμική αυτών των σχέσεων θα σε εκπλήξει!

2. Η μοναδική αίσθηση της ΑΠΟΛΥΤΗΣ ελευθερίας.

Όταν ταξιδεύεις μόνος σου  συναντάς ανθρώπους και δημιουεργείς φιλίες που σου αλλάζουν τα σχέδια!!  Θα ακούσεις για αυτόν το εκπληκτικό καταρράκτη, για εκείνη την απίστευτη ερημική παραλία, την ευκαιρία να κάνεις bungee jumping από την ψηλή γέφυρα, ή να δοκιμάσεις μια ειδική λιχουδιά που δεν θα βρεις στους "κλασικούς" τουριστούς δρόμους... και θα θέλεις να τα κάνεις όλα αυτά και ΤΩΡΑ μπορείς! Γιατί όταν ταξιδεύεις με παρέα δεν είναι εύκολο να αλλάξεις το πρόγραμμα μια ομάδας ενώ single...  μπορείς να ακολουθήσεις το ρυθμό, τις επιθυμίες σου και να προχωράς σαν τον άνεμο.

3. Αντιμετωπίζεις τους φόβους και τις ανασφάλειες σου!

Δεν φαντάζεστε πόσο σημαντικό είναι και πόση δύναμη σου δίνει!! Θυμάμαι την πρώτη φορά που ταξίδεψα μόνη μου όταν ήμουν 20 και μετακόμισα στο Βέλγιο.  Είχα τρομοκρατηθεί από το άγνωστο , αλλά αν θα είχα παραδοθεί σε αυτόν το φόβο δεν θα είχα ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσω την ισχυρή , θαρραλέα και περιπετειώδη πλευρά του εαυτού μου!  Ο φόβος υπάρχει  για τη δική μας προστασία αλλά δεν πρέπει να τον αφήσουμε να ελέγχει τη ζωή μας .
Η ασφάλεια μπορεί να είναι μια μεγάλη άνεση , αλλά και η κοινή λογική είναι το κλειδί . Διαβάστε κaι ψάξτε ΠΟΛΥ πριν ταξιδέψετε, ελέγξτε τις κριτικές των καταλύμάτων, διαβάστε σε forums και blogs τις εμπειρίες άλλων στο ίδιο μέρος και ζητήστε την συμβουλή τους. Σεβαστείτε την τοπική κουλτούρα και σας εγγυώμαι ότι όλα θα είναι μια χαρά.

4. Θα ερωτευτείς.

Έχουμε βρει την αγάπη, όταν συναντάμε κάποιον που μοιράζεται τα ενδιαφέροντά μας, τα όνειρα και τους στόχους μας. Ενώ ταξιδεύεις μόνος σου θα συναντήσεις πολλούς ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και ο έρωτας είναι αναπόφευκτος.  Είτε θα είναι μια αγάπη του καλοκαιριού ή καταλήξεις στο βωμό, κανείς δεν ξέρει, αλλά υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εκεί έξω με καταπληκτικές ιστορίες.
Αν είστε ήδη σε σχέση, αυτή η απόσταση μπορεί να ενισχύσει το πάθος σας και όταν γυρίσετε, θα εκτιμήσετε την παρέα του άλλου περισσότερο.

5. Θα έχεις χρόνο να "δουλέψεις" με τον εαυτό σου!

Και να ξεκουράστεις και να χαραλώσεις και να φορτίσεις τις μπαταρίες σου και να "κακομάθεις" τον ευατό σου!!

6. Μπορείς να αναδημιουργήσεις τον ευατό σου και να είσαι αυτός που πραγματικά θέλεις.

Μπορείς να αφήσεις πίσω τον γκρινιάρη, κουρασμένο παλιό εαυτό σου και να αρχίσεις ξανά. Εξερευνήσε μέρη της προσωπικότητάς σου, με τα οποία δεν είσαι τόσο εξοικειωμένος. Αγκαλιάσε τον άνθρώπο που έχεις παραμελήσει στην καθημερινή ρουτίνα σου .

7. Μπορείς επιτέλους να αφήσεις τα πάντα πίσω σου!

Θα αποσυνδέθεις από τον κόσμο για μια λίγο. Απενεργοποιήσε το κινητό σου , «ξέχασε» να ελέγξεις τα emails για λίγες μέρες ... μην σκεφτείς λογαριασμούς , αρμοδιότητες , καθήκοντα και προβλήματα . Άφησέ τα  πίσω!
Μερικές από τις πιο έντονες δημιουργικές περιόδους που μπορούμε να βρούμε τις λύσεις για όλα τα προβλήματα μας, είναι στην πραγματικότητα οι στιγμές, που αποσυνδεόμαστε και σταματάμε να ανησυχούμε . Έχεις  προσπαθήσει να θυμηθείς ένα όνομα ή μια ημερομηνία και να μην μπορείς με τίποτα και αργότερα ένω έχεις σταμτήσει να το σκέφτεσαι να πεταχτεί; Είναι το ίδιο.. Μερικές φορές το μυαλό μας πρέπει να απαλλαγεί από τις παλιές σκέψεις , ώστε να είναι σε θέση να δημιουργήσει χώρο για νέες , καλύτερες. Έτσι, αποσυνδέστε τον εαυτό σας από τα πάντα και ίσως να εκπλαγείτε από το πόσο φρέσκος ​​θα αισθανθείτε τη στιγμή που θα γυρίσετε σπίτι.
Από τη Μαρία Χαιρέτη.

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Ο Φώτης Κόντογλου και η Νεοελληνική Ζωγραφική

12 Οκτωβρίου 2011
Η νεοελληνική τέχνη, χώρος μέχρι πριν δυο τρία χρόνια σχεδόν άγνωστος, αρχίζει σιγά-σιγά να γίνεται αντικείμενο μελέτης και σπουδής και ίσως δεν είναι μακρυά η ημέρα που θα έχουμε μια γενική εικόνα της και θα γνωρίζουμε το έργο και τη συμβολή του κάθε καλλιτέχνη στην πορεία της. Τότε μόνον θα δυνηθούμε να εκτιμήσουμε με ακρίβεια την προσφορά και το ρόλο του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική. Γι’ αυτό και οι παρακάτω σκέψεις, που βασίζονται σε περιορισμένη γνώση του υλικού, έχουν ίσως χαρακτήρα προσωρινό. Κι έτσι ας τις δει ο φίλος αναγνώστης.
Η πολυσήμαντη προσφορά του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική θα μπορούσε να συνοψιστεί σε τρεις εκφάνσεις. Στο δημιουργικό ζωγραφικό του έργο, που βασιζότανε στη βυζαντινή τεχνική· στο αγιογραφικό του έργο, που ξαναέφερνε την ορθόδοξη ζωγραφική στις εκκλησίες μας· στο διδακτικό, τέλος, έργο του είτε άμεσο, είτε κυρίως έμμεσο, που υπήρξε από τους ισχυρότερους μοχλούς της στροφής της πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής στην ανακάλυψη των ζωγραφικών, αλλά και ουσιαστικότερων πνευματικών αξιών της ελληνικής παράδοσης.
Όταν ο Φώτης Κόντογλου έκαμε με το συγγραφικό κυρίως και το ζωγραφικό έργο του τη θυελλώδη είσοδό του στην καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδος, η κατάσταση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής είχε αλλάξει. Η Σχολή του Μονάχου υποχωρούσε χωρίς να έχει τελείως εκλείψει. Οι μοντέρνες ζωγραφικές αντιλήψεις έκαμαν την εμφάνισή τους με τον Παρθένη, το Μαλέα κ.ά., που άνοιγαν καινούργιους δρόμους, οδηγημένοι από την επαναστατική λάμψη του Παρισιού, όπου τώρα έστρεφαν τα βλέμματά τους για να σπουδάσουν οι νεώτεροι καλλιτέχνες.
Έτσι ουσιαστικά το κίνητρο της αλλαγής πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής ήταν πάλι εξωτερικό και όχι εσωτερικό. Μόνο που τώρα η εξωτερική αυτή πηγή της τέχνης μας δεν ήταν η συντηρητική, ξεπερασμένη Σχολή, της ασήμαντης καλλιτεχνικά την εποχή αυτή, Βαυαρίας, αλλά η μήτρα της επαναστατικής μοντέρνας τέχνης. Η στροφή από το Μόναχο στο Παρίσι, παρά τα πολλά πλεονεκτήματα, όχι μόνο του συγχρονισμού, αλλά κυρίως το ότι έδινε στους νέους καλλιτέχνες δυνατότητα μελέτης των αληθινών προβλημάτων της ζωγραφικής και τους λευτέρωνε από τον απονευρωμένο ακαδημαϊσμό και την ξώπετση ανεκδοτολογική θεματολογία, είχε και τα μειονεκτήματα που παρουσίαζε και η πρώτη φάση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής: τη μίμηση, την απρόσωπη ένταξη, που μέσα της ελλοχεύει ο κίνδυνος της απώλειας της προσωπικότητας.
Ο Φώτης Κόντογλου με το έργο του αγνόησε και τις δυο αυτές ξενοκίνητες τάσεις και στράφηκε προς την ξεχασμένη, για περισσότερο από ένα αιώνα, ζωγραφική παράδοση του τόπου. Αν και είχε ξεκινήσει, κατά τη μαρτυρία του Στρατή Δούκα (Αιολικά Γράμματα, τεύχος 61, 1971, σελ. 491), από τα εργαστήρια των δασκάλων της σχολής του Μονάχου (Ιακωβίδη, Γερανιώτη, Βικάτου, Ροϊλού) και έπειτα από την απότομη διακοπή των σπουδών του έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε για αρκετά χρόνια, αγνόησε και τις δυο δεσπόζουσες αυτές τάσεις, για να βαδίσει το δικό του δρόμο. Στο δρόμο αυτόν οδηγείται αρχικά ίσως από ένα ευρωπαϊκό κίνημα επιστροφής στις αξίες του εθνικού παρελθόντος, με το οποίον όμως συνταιριάζεται απόλυτα και αβίαστα η ατόφια ρωμέϊκη ιδιοσυγκρασία του καθώς και η ανατολική καταγωγή του, όπου ελληνική Παράδοση και ορθόδοξη πίστη είχαν ζυμωθεί σε μια αδιάσπαστη ένωση, χρωματισμένη από την έντονη αντίθεση προς τη Δύση, την αλλόδοξη Δύση, την εχθρική με φιλική επικάλυψη Δύση.
Η τραγωδία της Ελληνικής Μικρασίας λειτουργεί συγκλονιστικά εντός του, διαφορίζοντάς τον ριζικά αφ’ ενός από τη Δύση, αφ’ ετέρου δίνοντάς του το αίσθημα της ευθύνης για τη συνέχιση, έστω σε άλλον χώρο μιας μακραίωνης παράδοσης, που ενώ άντεξε την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επιβίωσε για τέσσερες αιώνες, κινδύνευε τώρα οριστικά να χαθεί, καθώς ξεριζωνότανε από τον τόπο της, ενώ παράλληλα στο λεύτερο ελλαδικό χώρο είχε εξοβελιστεί από τη λαχανιαστή εισβολή της Δυτικής αντίληψης για την τέχνη, τη ζωή κι ακόμα και γι’ αυτήν την θρησκεία.
Μετά την καταστροφή πηγαίνει στο Αγιον Όρος (προσκυνητής; μελετητής; αναχωρητής;). Είχε προηγηθεί ο Στρατής Δούκας στο προσκύνημα αυτό και γυρίζοντας είχε φέρει μαζί του το μύθο του, «που έμελλε να επηρεάσει τον Φ. Κόντογλου, τον Παπαλουκά, τον Βέλμο και πολλούς άλλους» όπως σημειώνει ο ίδιος ο αγαπημένος του Κόντογλου συγγραφέας. Πάντως το ταξίδι αυτό του άνοιξε και του ξεκαθάρισε το δρόμο προς τη Βυζαντινή Ζωγραφική. Πρέπει όμως, η γη που έπεφτε ο σπόρος, νάταν αγαθή και ετοιμασμένη. Γιατί και από ιδιοσυγκρασία και από ένα είδος ρομαντικού εξωτισμού, αλλά και από ένα ισχυρό ζωγραφικό ένστικτο οδηγημένος είχε ήδη αρχίσει να αναζητά την ζωγραφική του έκφραση στη παραδοσιακή τέχνη του Βυζαντίου.
Στο ταξίδι του όμως αυτό έρχεται σε αμεσότερη και ουσιαστικότερη επαφή με την εκκλησιαστική μας Ζωγραφική και κυρίως με τη μεταβυζαντινή τέχνη της Κρητικής Σχολής.
Στο Άγιον Όρος μελετάει και αντιγράφει φορητές εικόνες και τοιχογραφίες κυρίως του 16ου αι., του Θεοφάνη και του Φράγκου Κατελάνου. Τα αντίγραφά του αυτά εκθέτει στη Μυτιλήνη μαζί με το Μαλέα.
Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε από που διδάχθηκε τη «βυζαντινή» τέχνη ο Κόντογλου, γιατί αυτό ερμηνεύει νομίζω και την κατοπινή πορεία της αγιογραφικής τέχνης του και γενικότερα τη στάση απέναντι στη Βυζαντινή Ζωγραφική. Σπούδασε ουσιαστικά, λοιπόν, στην Κρητική Σχολή και κατά κάποιον τρόπο αυτήν θεώρησε ως την αρτιότερη ή τουλάχιστον χρονολογικά προσιτότερη παράδοση ν’ ακολουθήσει. Άλλωστε στην εποχή εκείνη τα μεγάλα έργα της Μακεδονικής Σχολής, όπως οι τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο Πρωτάτο, ήταν σε κακή κατάσταση και τα άλλα άγνωστα. Κι είναι χαρακτηριστικό, ότι όταν αργότερα δούλεψε σαν συντηρητής σε τοιχογραφίες της κυρίας βυζαντινής εποχής, πάλι έτυχε να εργαστεί στην Περίβλεπτο του Μυστρά, το προδρομικό αυτό έργο της Κρητικής Σχολής. Ο μεγάλος του πάντως δάσκαλος ήταν ο Θεοφάνης της Λαύρας κι από κοντά ο Κατελάνος κι οι άλλοι Κρητικοί κι ακόμη αργότερα, από θεωρητικές θέσεις κινούμενος, θα θεωρήσει σαν τα «πιο γνήσια έργα της Χριστιανικής Αγιογραφίας» τις αγιογραφίες των τελευταίων αιώνων της Τουρκοκρατίας, όταν οι τεχνίτες δούλευαν «με την πίστη μονάχα, δίχως να ανακατευθεί καθόλου το μυαλό». Μ’ αυτόν τον θεωρητικό οπλισμό κι όταν θα γνωρίσει την Μακεδονική Ζωγραφική, θα μείνει κλειστός και επιφυλακτικός αν όχι προκατειλημμένος.
Στα χρόνια που ακολουθούν πλουταίνει τη γνώση του καθώς εργάζεται σαν συντηρητής σε διάφορες βυζαντινές εκκλησίες και Μουσεία (Βυζαντινό Μουσείο 1931-32, Μουσείο Καΐρου 1935, Μουσείο Κερκύρας).
Γνώστης πια της παραδοσιακής μας Ζωγραφικής, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου (1939 και μετά) δίνει το σημαντικότερο έργο του σε κοσμική ζωγραφική: τις τοιχογραφίες στο Δημαρχιακό Μέγαρο των Αθηνών. (Δυστυχώς είναι και το μόνο μεγάλο έργο του που έχει μέχρι σήμερα σωθεί. Γιατί οι τοιχογραφίες που είχε ζωγραφίσει στο σπίτι του απεικονίζοντας την οικογένεια του καταστράφηκαν, σώζονται όμως μερικοί πίνακες με αρχαία θέματα όπως ο Λαοκόων της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών, ο Βρούτος κ.ά.).
Στο Δημαρχείο ζωγράφισε τέσσερις συνθέσεις στις δυο αίθουσες του ισογείου, ζωφόρους, μέσα στην λευκή ορθομαρμάρωση, με θέματα κυρίως από την ιστορία της Αθήνας και ιστόρησε τους τέσσερις τοίχους του Γραφείου του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Τους τοίχους αυτούς χώρισε σε ζώνες, που στην ανώτερη ζωγράφισε ολόσωμους, μετωπικούς τους κυριότερους ήρωες του Ελληνισμού από τους μυθικούς χρόνους μέχρι την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα σ’ αυτές περιλαμβάνονται και μορφές αρχαίων ηρώων και ημιθέων αλλά και αγίων σαν τον Ιωάννη, το Χρυσόστομο ή ποιητών σαν το Σολωμό. Στη χαμηλότερη ζώνη έχουν ιστορηθεί σκηνές, μάχες κ.λπ. από διάφορες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας.
Στις τοιχογραφίες αυτές είχε πολλά προβλήματα να αντιμετωπίσει. Προηγούμενοί του ζωγράφοι μυθολογικών σκηνών και ιστορικών γεγονότων της κλασικής εποχής είχαν δημιουργήσει για τα θέματα, με τα οποία θα δούλευε, μια εικονογραφία καθώς και μια ζωγραφική τεχνοτροπία βασισμένη κυρίως στο ρεαλισμό και κλασικισμό, που κατά τη γνώμη τους βρισκόντανε πλησιέστερα στο κλίμα και τη μορφή των εικονιζόμενων γεγονότων.
Ο Κόντογλου αγνόησε και την εικονογραφία, αλλά κυρίως εκείνο που τόλμησε ήταν ν’ αγνοήσει την «κλασική» τεχνοτροπία. Διάλεξε τη γλώσσα της Βυζαντινής Ζωγραφικής, που την πλούτισε σε ορισμένες περιπτώσεις με τη γνώση της ανατομίας, και την πλαστική απόδοση των μορφών. Η τεχνοτροπία του βασιζότανε στην Βυζαντινή Παράδοση, όπως μάλιστα την αισθανότανε ο ζωγράφος, με τις στενές κυρίως φόρμες, τη μικρή κλίμακα, το αυστηρό περίγραμμα, τα σεμνά και μουντά χρώματα, από τα οποία λείπει κάθε φωναχτός τόνος ή συμπληρωματική χρήση των χρωμάτων, με προτίμηση στα γεώδη, τα καστανά, τα σκοτωμένα μπλε, σε μια θαυμαστή όμως ενότητα. Μοιάζει ουσιαστικά σαν να βλέπεις συνθέσεις που κυριαρχεί ένα χρώμα με τις παραλλαγές του. Την χρωματική ενότητα συμπληρώνει η μετρημένη και ισόρροπη σύνθεση.
Στην εικονογραφία ξεκινά από την αρχή (κάποια εικονογραφικά στοιχεία βυζαντινών χειρογράφων, που ιστορούν κοσμικές σκηνές και περιορισμένης κλίμακος είναι και αμφίβολο φαίνεται να τα ήξερε ο Φ. Κόντογλου) και βάζει όλη την πλούσια αφηγηματική φαντασία του να συλλάβει και πραγματώσει τόσο μεγάλο έργο. Μελέτη των τοιχογραφιών αυτών θα εύρισκε ίσως πηγές εικονογραφικές και τεχνοτροπικές ακόμη, γιατί πολλές φορές παρουσιάζεται από σύνθεση σε σύνθεση διαφοροποίηση στην τεχνοτροπία. Στην ζωφόρο π.χ. της Νοτίας αίθουσας του ισογείου, όπου εικονίζεται η πάλη του Ερεχθέα με τον Εύμολπο, καθώς και οι προσωποποιήσεις του Υμηττού και της Πεντέλης, ο ζωγράφος χρησιμοποιεί μεν την τεχνική της βυζαντινής Παράδοσης, για να αποδώσει όμως τους μυθικούς ήρωες με ομορφοπλασμένα γυμνά κορμιά άψογης ανατομίας και ροδαλής επιδερμίδας που θυμίζουν Πομπηϊνά πρότυπα. Στην απέναντι, μέσα στην ίδια αίθουσα, σύνθεση με τις προσωποποιήσεις των πόλεων, κυριαρχεί η ηρεμία και η επιπεδική παράσταση των σεμνόχρωμων γυναικείων μορφών.
Άλλο χαρακτήρα, κοντυνότερο στη δισδιάστατη Βυζαντινή Ζωγραφική, παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες με τις μεγάλες μάχες των Μακεδόνων βασιλέων στο Γραφείο του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Γιατί διάλεξε όμως την εκκλησιαστική τεχνοτροπία ο Κόντογλου για να ιστορήσει κοσμικά, παγανιστικά θέματα; Μήπως τούτο ήταν ιεροσυλία; Μήπως είχε παρασυρθεί από ένα βυζαντινίζον κλίμα της εποχής του, που ήθελε την Βυζαντινή Τέχνη, εκλεκτή των κύκλων των διανοουμένων; Μήπως από εκζήτηση και αναζήτηση πρωτοτυπίας; Νομίζω πως για κανένα απ’ αυτούς τους λόγους. Ο Φ. Κόντογλου πίστευε στην παράδοση. Όχι θεωρητικά, διανοουμενίστικα. Αλλά στην παράδοση σαν συνέχεια ζωής. Και αυτήν τη συνέχεια ήθελε να διαιωνίσει με την τέχνη. Να ιστορήσει, τον απόμακρο κόσμο του ελληνικού μύθου και της Ιστορίας, με τον πλησιέστερο όμως ντόπιο εκφραστικό τρόπο· τη ζωγραφική γλώσσα του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Έτσι ένωνε την αρχαία παράδοση με το Βυζάντιο, αυτός ο σημερινός Μικρασιάτης, πετυχαίνοντας τη συνέχεια που ζητούσε. Έφερνε τους απόμακρους ήρωες από τα σκονισμένα βιβλία των λογίων στον οικείο χώρο και τη μορφή των αγίων της Εκκλησίας, με τους οποίους ήταν μαθημένος να συζεί ο απλός, ο ανόθευτος από τη δυτική επίπλαστη παιδεία, λαός. Και δεν ήταν ιεροσυλία αυτό που έκαμε. Γιατί οι παλαιότεροί του αγιογράφοι είχαν τολμήσει να ζωγραφίσουν, μέσα μάλιστα στους νάρθηκες των μοναστηριακών εκκλησιών, τους αρχαίους Έλληνες Φιλοσόφους, τον Μεγαλέξανδρο και τους άλλους ήρωες (Μονή Φιλανθρωπινών, Μ. Γόλας, εκκλησίες Καστοριάς κλπ).
Οι τοιχογραφίες του Δημαρχείου ίσως είναι το πιο προσωπικό του και το πιο ολοκληρωμένο έργο της ζωγραφικής του και η σημαντικότερη προσφορά στην Ιστορία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Δεν έχει ακόμη ιδιαίτερα μελετηθεί (έκτος από το μεγάλο άρθρο του Άγγ. Προκοπίου στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση του 1947), ώστε να προσδιοριστεί ακριβέστερα ο ρόλος του στην πορεία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Κι ακόμη αξίζει να παρουσιαστεί ξανά στο ευρύτερο ελληνικό κοινό που κοντεύει να το ξεχάσει.
***
Η συμβολή όμως του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική δεν τελειώνει με το έργο του αυτό, που καλύπτει την δημιουργικότητά του στη δεκαετία πριν από τον πόλεμο. Το ζωγραφικό κήρυγμα για την επιστροφή στη ζωγραφική παράδοση του τόπου και την απαλλαγή από την κηδεμονία και άμεση εξάρτηση της τέχνης από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης, έδωσε αγλαότατους καρπούς.
Αυτός ο Ανατολίτης που έζησε στο Παρίσι για αρκετό καιρό, που γνώρισε προσωπικά μάλιστα τον Ροντέν, όπως αναφέρει σε κάποιο γραφτό του, ούτε ξιπάστηκε από τη λαμπερή επιφάνεια της μοντέρνας παριζιάνικης ζωής, ούτε θαμπώθηκε από την εκεί επανάσταση της τέχνης. Ίσως μόνο μια έμμεση επίδραση να δέχθηκε, δηλαδή τη στροφή προς το μεσαιωνικό παρελθόν. Πιστότατος στη μορφοπλαστική παράδοση της τέχνης της Ελλάδος, ζήτησε να βρει την άμεση ανανέωση στην τέχνη του τόπου του κι όχι στον τόπο της φιλοξενίας του.
Σιγά-σιγά άλλωστε αυτή η ανάγκη γινότανε συνείδηση ολοένα και σε περισσότερους ευαίσθητους δέκτες. Ζωγράφοι, αισθητικοί, και ιστορικοί της τέχνης άρχιζαν να στρέφονται προς τις πηγές και τις ρίζες της παράδοσης σαν άμεσης όμως συνέχειας. Το φαινόμενο φυσικά αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά γενικότερο ευρωπαϊκό κίνημα, από το οποίο αρδεύεται και το ελληνικό. Ουσιαστικά πρόκειται για τη βαθύτερη έννοια του ρομαντισμού. Οι προσπάθειες όμως στην αρχή είναι μεμονωμένες και συχνά καιρικές στη ζωή και στο έργο των ζωγράφων.
Ο Φ. Κόντογλου αντίθετα γίνεται ο διαπρύσιος κήρυκας αυτής της επιστροφής με την απολυτότητα και το πάθος του οδηγητή και πρωτοπόρου. Έχει άλλωστε και το τάλαντο του γραφτού λόγου, που τον βοηθά σ’ αυτήν την αποστολή. Στο κήρυγμα και στο εργαστήρι του φοιτούν άμεσα μερικοί νέοι τότε ζωγράφοι, σαν τον Γιάννη Τσαρούχη και το Νίκο Εγγονόπουλο, που αργότερα θα ακολουθήσουν διάφορους δρόμους και από τον δάσκαλο και ανάμεσά τους, αλλά τα βασικά διδάγματά του θα επηρεάσουν σύμφωνα με την προσωπικότητα τού καθενός το έργο τους. Έκτος όμως απ’ αυτούς άμεσα θα ακούσουν το μάθημά του μια ολόκληρη γενιά ζωγράφων, μια γενιά που προσδίδει στη Νεοελληνική Τέχνη την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, η λεγομένη γενιά του ’30. Παρ’ όλο το εύρος των ζωγραφικών επιτευγμάτων τους και την ιδιοτυπία των δημιουργών της, οφείλει πολλά το ξεκίνημά της στην παρουσία και το έργο του Φ. Κόντογλου.
Βέβαια το κήρυγμα του Κόντογλου ήταν επιστροφή στη Βυζαντινή Ζωγραφική, όπως άλλωστε το εφάρμοσε ο ίδιος στις τοιχογραφίες του Δημαρχείου. Και στον τομέα αυτόν τον ακολούθησαν μερικοί ζωγράφοι της γενιάς του ’30 σύμφωνα πάντα με την καλλιτεχνική προσωπικότητά του ο καθένας, για ορισμένη φάση του έργου τους τουλάχιστον, ενώ και στη μεταπολεμική γενιά υπάρχουν ζωγράφοι σαν τον Π. Κοψίδη, τον Μ. Βατζιά κ.ά. που εκφράζουν τους παλμούς της εποχής (π.χ. τα γεγονότα του Πολυτεχνείου από τον Βατζιά), με μακρινή Βάση τη βυζαντινή τεχνική, έστω κι αν και το υλικό ακόμη έχει αλλάξει καθώς την αυγοτέμπερα ή το φρέσκο αντικατέστησαν τα πλαστικά χρώματα.
Το μάθημα όμως του Κόντογλου το πλατύτερο, που καλούσε στη διερεύνηση των αυτοχθόνων ζωγραφικών στοιχείων είτε στη Βυζαντινή τέχνη όπως πίστευε ο ίδιος, είτε στη λαϊκή, όπως πίστευαν άλλοι, είτε και στην αρχαία ζωγραφική, όπως εύρισκαν μερικοί, είχε μεγάλη απήχηση σε σημαντικό αριθμό ζωγράφων που πάσχιζαν να βρουν και να εκφράσουν στην τέχνη τους το αληθινό πρόσωπο του τόπου μας, όχι μόνο θεματογραφικά, αλλά κυρίως μορφολογικά, καθώς πιστεύανε ότι η συνένωση της μορφής και του περιεχομένου είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιομορφίας. Η αναζήτηση αυτή της «Ελληνικότητας», που έγινε το κύριο αίτημα της γενιάς του ’30, χρωστάει το βλάστημά της και στο σπόρο που αδιάκοπα και με αλύγιστο ζήλο έριχνε ο Φ. Κόντογλου.
Ο Κόντογλου όμως υπήρξε πρώτα απ’ όλα αγιογράφος. Ζωγράφος της λειτουργικής τέχνης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ζωγράφος που είχε συνείδηση του θεολογικού χαρακτήρα της Ζωγραφικής μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Και σ’ αυτό το σημείο, νομίζω, θα πρέπει να προσδιοριστεί κυρίως η προσφορά του Κόντογλου στην εκκλησιαστική τέχνη: στην επίγνωση της μεγάλης διακονίας της ζωγραφικής στη λατρευτική και λειτουργική σύναξη του λαού του Θεού, του Σώματος του Χριστού, την Εκκλησία.
Ο Φ. Κόντογλου πίστευε πως η αγιογραφία δεν είναι πάρεργο ή έστω μια κάποια παρενθετική απασχόληση, αλλά υψηλή αποστολή, ιερουργία. Και πίστευε απόλυτα ότι η Βυζαντινή Ζωγραφική είναι η μοναδική έκφραση που αρμόζει στον υψηλό αυτό στόχο. Αυτή ακριβώς η επίγνωση είναι που τον έκανε ικανό και άξιο να αλλάξει τον ξεστρατισμένο δρόμο της νεοελληνικής αγιογραφίας και να τον στρέψει προς τις ζωηφόρες πηγές της Παράδοσης. Χωρίς ίσως να είναι ο πρώτος ή ο μόνος που αγιογραφεί σε βυζαντινή τεχνοτροπία, είναι ο πρώτος που απόλυτα πιστεύει στην αξία της διά βίου, όχι κάποια στιγμή ή περίοδο επηρεασμένος από εξωτερικούς παράγοντες και μόδες.
Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Για πολλά χρόνια αυτός ο κήρυκας της επιστροφής στη Βυζαντινή τέχνη δεν έχει εικονογραφήσει μια ολόκληρη εκκλησία στην Αθήνα, όπως άλλοι που ανήκουν στην κατηγορία των αγιογράφων που προαναφέραμε. Παρ’ όλα όμως αυτά είναι ο κύριος αφυπνιστής των ορθοδόξων συνειδήσεων για να απαλλαγεί ο χώρος της Εκκλησίας από ανούσια ζωγραφικά και αθεολόγητα τοιχογραφήματα. Γνωρίζοντας τη σημασία που δίνει η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Ζωγραφική, μπορούμε να καταλάβουμε και τη σημασία που έχει η ορθή, η γνήσια Ορθόδοξη ζωγραφική μέσα στην Εκκλησία. Και τη συνείδηση αυτής της σημασίας αγωνίζεται ο Κόντογλου να ξυπνήσει.
Ο Φ. Κόντογλου ζωγράφισε και φορητές εικόνες και τοιχογραφίες. Παλαιότερες νομίζω ότι είναι οι φορητές εικόνες. Είναι όμως πολύ επικίνδυνο να εκφράσει κανείς συμπεράσματα γι’ αυτόν τον τομέα της τέχνης του· μιας και οι εικόνες του είναι διάσπαρτες σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και έτσι δεν είναι εύκολο νάχη κανείς πλήρη εποπτεία και κατά συνέπεια σωστή κρίση. Οι εικόνες όμως που έχουμε συναντήσει, φαίνεται να ακολουθούν τα διδάγματα της Κρητικής Σχολής, σε γενικές γραμμές, με έντονο όμως το προσωπικό στοιχείο. Σχέδιο σίγουρο και καθαρό, φόρμες κατά κανόνα κλειστές. Σκούρος καστανόχρωμος προπλασμός για τα πρόσωπα και τα χέρια. Και στα ενδύματα προτιμά, τουλάχιστο στα παλαιότερα έργα του, τους ήσυχους τόνους, που δένουν με το πρόσωπο και τα γυμνά μέρη (π.χ. οι εικόνες του Τέμπλου του Αγ. Νικολάου Πατησίων του 1947, εικόνα Τριών Ιεραρχών στην Καπνικαρέα του 1934 κ.ά.)
Και για τις τοιχογραφίες στις εκκλησίες δεν είναι πολύ εύκολη η αποτίμηση και η μελέτη για διαφορετικό όμως λόγο. Ο Φ. Κόντογλου δούλευε μαζί με τους μαθητές του και πολλές φορές είναι δύσκολη η διάκριση στο κυρίως προσωπικό του έργο και στην εργασία των μαθητών. Από τις παλαιότερες τοιχογραφίες είναι η εκκλησία ή ακριβέστερα μέρος των τοιχογραφιών της εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Λιόπεσι, που ιστορήθηκε από το Φ. Κόντογλου και το μαθητή του Τερζή στα 1946. Οι στρατιωτικοί Άγιοι στα μέτωπα των ανατολικών πεσσών του τρούλλου (Άγ. Θεόδωρος, Γεώργιος, Δημήτριος, Μερκούρης κ.ά.) είναι από τα καλύτερα δείγματα της αγιογραφίας του Φ. Κόντογλου. Μορφές ρωμαλέες, πλασμένες με τη Βυζαντινή τεχνική, αλλά και με έντονη την προσωπική τεχνική του Φ. Κόντογλου, ποτισμένη από τη λαϊκή παράδοση. Οι Άγιοι εικονίζονται αληθινά σαν παλληκάρια και πρωταθλητές της πίστεως. Στα έργα αυτά βρίσκουμε το πιο προσωπικό -μέσα πάντα στα εκκλησιολογικά πλαίσια της Ορθόδοξης Παράδοσης- αγιογραφικό έργο του Κόντογλου. Βάση του είναι η Κρητική Σχολή, αλλά το χρώμα του και το σχέδιο τρέφονται από χυμούς μιας ζωντανής και δημιουργικής, όχι αντιγραφικής μιμητικής ζωγραφικής. Όπως άλλωστε γινότανε σε κάθε δημιουργική εποχή της μακραίωνης βυζαντινής τέχνης, οι τεχνίτες, έμεναν πιστοί στην παραδοσιακή τεχνική και κυρίως στον εσώτατο πυρήνα της, που εξέφραζε την ανάλλαχτη αλήθεια της αποκαλυμμένης πίστης. Επειδή όμως οι ίδιοι ήσαν εκφραστές και συνεχιστές αυτής της πίστης, μπορούσαν να εκφράζουν ταπεινά και ειλικρινά τον εαυτό τους και τον καιρό τους και γινότανε αυτή η σύζευξη του αιωνίου με το καιρικό χωρίς σύγχυση και χωρίς το ένα να κυριαρχεί σε βάρος του άλλου. Αυτό προσπάθησε ο Κόντογλου στις τοιχογραφίες της εκκλησίας στο Λιόπεσι. Αργότερα όμως μοιάζει να περιόρισε αυτή την αρχική φιλοδοξία. Λεπτομερέστερη μελέτη θα μπορούσε να δείξει αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, καθώς και τις αιτίες που την δημιούργησαν. Στις τοιχογραφίες της δεκαετίας του 1950 και μετά (Καπνικαρέα, Άγ. Γεώργιος Κυψέλης, Άγ. Νικόλαος Πατησίων), τα αξιολογότερα τμήματα είναι εκείνα όπου ο ζωγράφος ακολουθεί τα κρητικά πρότυπα. Χαρακτηριστικό δείγμα, οι τοιχογραφημένες δεσποτικές εικόνες του κτιστού τέμπλου του Αγ. Χαραλάμπους Πολυγώνου, ζωγραφισμένες στα 1955. Δουλεμένες σε κρητική τεχνοτροπία με σοβαρούς γενικά χρωματικούς τόνους, μαύρο χρώμα για φόντο και καστανόχρωμο προπλασμό, πάνω στο οποίο αναπτύσσονται σε ανοιχτότερο τόνο τα φώτα ή γράφονται με λευκές πινελιές, δείχνουν με το σφιχτό σχέδιο, την κλειστή, στιβαρή φόρμα, την χρωματική ενότητα και το εσωτερικό ήθος, στον άξιο τεχνίτη στο κλίμα του.
Σημειώσαμε πιο πάνω για τη συμβολή του Κόντογλου σαν δασκάλου. Περισσότερο ίσως με την έννοια του καθοδηγητή και εμπνευστή παρά του ακαδημαϊκού καθηγητή. Αν τούτος όμως ο τίτλος του αξίζει για την κοσμική νεοελληνική ζωγραφική, για την αγιογραφία ο ρόλος του υπήρξε απτός, άμεσος και ιδιαίτερα παραγωγικός. Βέβαια πριν απ’ αυτόν ή παράλληλα εργάζονται αγιογράφοι όπως ο Δ. Πελεκάσης, ο Άγγ. Αστεριάδης, ο Σπ. Βασιλείου στη βυζαντινή τεχνοτροπία. Όμως δάσκαλος φλογερός που γύρω του μαζεύονται όσοι θέλουν να σπουδάσουν την ιερή τέχνη, είναι μόνον ο Φ. Κόντογλου. Σε μια εποχή μάλιστα που η βυζαντινή αγιογραφία δεν διδάσκεται επίσημα καθόλου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, (μέχρι σήμερα άλλωστε δεν υπάρχει ειδική έδρα, αλλά η αγιογραφία και το φρέσκο διδάσκονται από επιμελητή), οι ζηλωτές νέοι τεχνητές φοιτούν στο εργαστήρι και στη σκαλωσιά του Κόντογλου. Οι μαθητές του Ράλλης Κοψίδης, Πέτρος Βαμπούλης, Γεωργακόπουλος, Παπανικολάου, Τερζής Ιωάννης, ακολουθούν διάφορο δρόμο ο καθένας. Άλλοι στρέφονται προς τη λαϊκή έκφραση, με την οποία ενώνουν τη Βυζαντινή Παράδοση, άλλος προς τη Μακεδονική Σχολή, ανάλογα ο καθένας με την προσωπικότητά του. Έτσι, ενώ δεν δημιούργησε με την στενή έννοια σχολή, έφτιαξε αυτή την ομάδα που ιστορεί όλους τους τοίχους των εκκλησιών με τη Βυζαντινή τεχνοτροπία.
Στο διδακτικό έργο του θα πρέπει να περιληφθεί και η συγγραφή του βιβλίου του «Έκφρασις» ήτοι «Ιστόρησις της παντίμου ορθοδόξου αγιογραφίας, της και λειτουργικής καλούμενης, περιέχουσα την τεχνολογίαν και εικονογραφίαν της ειρηνοχύτου ταύτης τέχνης, ήτοι τήν έρμηνείαν τών τεχνικών τρόπων καί τους ιερούς τύπους των εικόνων, καθώς και εξήγηση περί της λεπτότητος και του πνευματικού κάλλους και της τιμής αυτής». Βασισμένος στην προγενέστερη συγγραφική παράδοση της «Ερμηνείας της ζωγραφικής», του Διονυσίου του εκ Φουρνά, καθώς και στη δική του γνώση, καταγράφει την πείρα του ολάκερη, ώστε να είναι χρήσιμη γι’ αυτούς, που θα θελήσουν να συνεχίσουν την «Ειρηνόχυτον» λειτουργική τέχνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η συνέχιση άλλωστε της Παράδοσης ήταν και το μεγάλο μεράκι του χαρισματούχου αυτού ανθρώπου. Σ’ αυτήν πρόσφερε όλη τη δύναμη και όλα τα τάλαντα, που πλούσια βέβαια του είχε εμπιστευθεί ο Κύριος και στη δόξα του οποίου τελικά τα αφιέρωσε.
(Από το βιβλίο «Μνήμη Κόντογλου», εκδοτικός οίκος Αστήρ, Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1975)

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

ΑΣ ΚΥΝΗΓΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΑΣ!

«ΟΙ 10 ΕΝTΟΛΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ Η ΒΙΒΛΟΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2014» Από τον Δρ Μιχάλη Παπαχαραλάμπους

1. Αγαπάμε τη Μεςογειακή Διατροφή
2. Βάζουμε την άσκηση στη ζωή μας
3. Περιορίζουμε αλκοόλ & κάπνισμα
4. Λέμε «όχι» στο άγχος
5. Φροντίζουμε να κοιμόμαστε καλά
6. Κρατάμε το μυαλό μας σε εγριγορση
7. Αγαπάμε, γελάμε, χαιρόμαστε! Ευτυχείτε
8. Επενδύουμε στην αρμονία & στην ψυχική μας υγεία
9. Ακολουθούμε το «παν μέτρον άριστον»
10. Κυνηγάμε το όνειρό μας

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

ΚΡΗΤΗ & ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΚΡΗΤΕΣ: ΚΑΛΛΙΡΟΗ ΣΙΓΑΝΟΥ ΠΑΡΡΕΝ! Η ΚΡΗΤΙΚΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΡΙΑ!

ΚΡΗΤΗ & ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΚΡΗΤΕΣ: ΚΑΛΛΙΡΟΗ ΣΙΓΑΝΟΥ ΠΑΡΡΕΝ! Η ΚΡΗΤΙΚΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΡΙΑ!: H Kρητικιά που άνοιξε τις πόρτες των Πανεπιστημίων στις Ελληνίδες- Η Καλλιρόη ...

ΑΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΥΠΩΝΑΝ ΔΡΑΧΜΕΣ ΔΕ ΘΑ ΕΙΧΑΝ ΧΡΕΟΣ! WARREN BUFFETT

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΑΜΑΧΗΤΙ
06/01/14 - 12:00
Ο τρίτος πλουσιότερος άνθρωπος του πλανήτη (έχει υπάρξει και πρώτος) ο γνωστός επενδυτής Γουόρεν Μπάφετ δήλωσε ότι η χώρα μας αν δεν ήταν στο ευρώ και τύπωνε το δικό της χρήμα, δεν θα είχε χρέος.
Μιλώντας στο πρακτορείο Bloomberg, ο Aμερικανός επιχειρηματίας Γουόρεν Μπάφετ ανέλυε το δημοσιονομικό πρόβλημα των ΗΠΑ και στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε και στη χώρα μας λέγοντας τα εξής:
«Η Ελλάδα έχασε τη δύναμή της, επειδή δεν μπορούσε να τυπώσει χρήματα. Αν οι Έλληνες τύπωναν δραχμές, θα είχαν, βέβαια, άλλα προβλήματα, αλλά δε θα είχαν χρέος», δήλωσε χαρακτηριστικά.
«Εμείς στις ΗΠΑ, έχουμε τη δυνατότητα να τυπώνουμε τα δικά μας χρήματα, αυτό είναι το κλειδί. Και οι 17 χώρες της Ευρωζώνης μπορούσαν παλιά να τυπώσουν χρήματα, αλλά τώρα έχουν παραδώσει στην Ε.Ε. αυτό τους το δικαίωμα και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Εμείς δεν έχουμε αυτό το πρόβλημα, μπορούμε να τυπώνουμε, οπότε η πίστωση είναι καλό πράγμα», τόνισε.
Οι δηλώσεις αυτές βέβαια γίνονται κατόπιν εορτής και αφού άνθρωποι σαν τον Γουόρεν Μπαφετ, και τον Τζορτζ Σόρος, έχουν κερδοσκοπήσει, και κερδίσει δισεκατομμύρια ευρώ και δολλάρια, ποντάροντας στην χρεοκοπία της χώρας και στην οικονομική της κατάρρευση.
Παρόλα αυτά στην συγκεκριμένη συγκυρία,ο Γ.Μπάφετ εξηγεί το αυτονόητο, το οποίο είναι ότι οποιαδήποτε χώρα παραδώσει την νομισματική της πολιτική σε υπερεθνικά κεντρα εξουσίας χάνει κάθε έλεγχο στην οικονομία της, και αδυνατεί να προχωρήσει σε διορθώσεις χωρίς να "εξοντώσει" τους πολίτες της. Όταν ο Γ.Παπανδρέου μας έβαλε με το έτσι θέλω στο Μνημόνιο το 2010, είμασταν σε θέση να εκβιάσουμε για την επιβίωση μας, την ΕΕ, η οποία άλλωστε μας εκβιάζει συνεχώς, κάθε μέρα, τέσσερα χρόνια.
Τότε όποιος μιλούσε για άλλους δρόμους χαρακτηρίζονταν απο τα ΜΜΕ και το κατεστημένο, ως "προδότης".
Τη βεβαιότητα πως αν η Ελλάδα είχε εγκαταλείψει την Ευρωζώνη, τότε όλα τα μέλη της νομισματικής ένωσης θα αναγκάζονταν στη συνέχεια θα άφηναν το κοινό νόμισμα, είχε εκφράσει και η Ανγκελα Μέρκελ προκαλώντας ΄σαλο προ ημερών.
Αυτό είχε αναφέρει η Le Monde, που έχει στη διάθεσή της «σύνθεση» των συνομιλιών από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, στις 19 Δεκεμβρίου.
"Συζητήσαμε προκειμένου να μάθουμε εάν η Ελλάδα θα έπρεπε να φύγει από τη ζώνη του ευρώ και πιστεύω πως εάν αυτό είχε συμβεί, θα έπρεπε όλοι μας να εγκαταλείψουμε την ΟΝΕ σε μεταγενέστερο χρόνο", φέρεται να δήλωσε χαρακτηριστικά η κ. Μέρκελ.
Άρα υπήρχε άλλος δρόμος και όλοι τον γνώριζαν συμπεριλαμβανομένου και του πολιτικού μας συστήματος. όμως ηθελημένα με την βοήθεια των κατεστημένων ΜΜΕ προσέβαλαν την κοινή λογική, και παρέδωσαν την χώρα στα "κοράκια" και στους τοκογλύφους. Θα πληρώσει κανείς για αυτό το έγκλημα;

Γιατί βουτάμε σήμερα στα νερά για τον σταυρό;


Τι σημαίνουν τα Θεοφάνεια - ήθη και έθιμα ανά την Ελλάδα

Την βάπτιση του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον βαπτιστή τιμά σήμερα η Ορθοδοξία, με τα Θεοφάνεια να ολοκληρώνουν το Δωδεκαήμερο (τις γιορτές των Χριστουγέννων) και να μεταφέρουν ελπιδοφόρο μήνυμα, μέσω της φανέρωσης των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας.

Μαζί με την φανέρωση της Αγίας Τριάδας, γιορτάζεται και μία υπολανθάνουσα λατρεία προς το νερό, που θεωρούνται παντού αγιασμένα.  Οι νέοι βουτάνε στα νερά, αψηφώντας το κρύο,γιατί θεωρούν μεγάλη ευλογία να πιάσουν το σταυρό, ενώ, σε πολλές περιοχές της χώρας μας, ο ιερέας απελευθερώνει ένα περιστέρι σε ανάμνηση της εμφάνισης του Αγίου Πνεύματος «εν είδει» (με τη μορφή) περιστεριού και στη συνέχεια επισκέπτεται τα σπίτια για να τα αγιάσει.

Παράλληλα, αυτή τη μέρα ξεκινά και η... αντίστροφη μέτρηση για τους καλικάντζαρους: την παραμονή των Θεοφανείων οι καλικάντζαροι -που έκαναν την εμφάνισή τους στον επάνω κόσμο με την αρχή του Δωδεκαήμερου- εγκαταλείπουν τις εγκόσμιες αταξίες τους και ξαναγυρίζουν στο… έργο τους, το κόψιμο, δηλαδή, του δέντρου που κρατάει τον κόσμο, ώστε να γκρεμιστεί και να χαθεί.

ragkoutsaria.jpg

Ιδιαίτερα έθιμα για τα Θεοφάνεια υπάρχουν στην Μακεδονία: στη Δράμα, κάνουν την εμφάνισή τους οι Αράπηδες, μια εθιμική παράσταση με μεταμφιέσεις στην οποία συμμετέχουν οι κάτοικοι της περιοχής, ενώ στην Καβάλα αναβιώνουν τα σάγια, με ρίζες από την Καππαδοκία, μια τελετουργική πράξη με χορό και τραγούδι γύρω από αναμμένες πυρές.
Ένα από τα πιο γνωστά έθιμα είναι  τα ραγκουτσάρια της Καστοριάς, όπου οι κάτοικοι φορούν τρομακτικές μάσκες και περιφέρονται στους δρόμους κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους με τα κουδούνια τους για να ξορκίσουν το κακό.

Στην Αργολίδα υπάρχει το «γιάλα – γιάλα», όπου τα αγόρια που πρόκειται τη νέα χρονιά να παρουσιαστούν στο στρατό συγκεντρώνονται, γευματίζουν όλοι μαζί και έπειτα γυρνούν σε όλα τα σπίτια φορώντας παραδοσιακές ναυτικές φορεσιές και τραγουδώντας, ενώ οι κάτοικοι στολίζουν της βάρκες τους με φοίνικες, νεραντζιές και μυρτιές, τις οποίες δένουν στο λιμάνι πριν την καθιερωμένη βουτιά.

giala_giala.jpg

Στην Λευκάδα τηρείται το έθιμο των πορτοκαλιών, με τους πιστούς να βουτούν στη θάλασσα πορτοκάλια που έχουν δέσει με σπάγκο και στη συνέχεια τα παίρνουν στο σπίτι τους για ευλογία, αφήνοντας ένα από αυτά για ένα ολόκληρο χρόνο στα εικονίσματα του σπιτιού.

Στη Λέσβο, την ώρα που πέφτουν στη θάλασσα οι βουτηχτάδες για να πιάσουν τον Σταυρό οι γυναίκες παίρνουν με μια κολοκύθα νερό και έπειτα, με ένα βαμβάκι που βουτούν σε αυτό, καθαρίζουν τα εικονίσματα χωρίς να μιλούν.

http://www.youtube.com/watch?v=McJk2LTQQVI

Ἀπολυτίκιον τῶν Ἁγίων Θεοφανείων

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Η ΜΟΝΗ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Παράλληλο ή διπλό νόμισμα

Με την ελληνική οικονομία να βρίσκεται σε βαθιά ύφεση για έκτη συνεχιζόμενη χρονιά και ελλείψει ενός πολιτικού οράματος για το μέλλον της χώρας, η ιδέα του διπλού νομισματικού συστήματος θα πρέπει πλέον να εξεταστεί σοβαρά. Πρόκειται εξάλλου για μια πρακτική που έχουν εφαρμόσει πολλές χώρες στο παρελθόν, ενώ για την περίπτωση της Ελλάδας τη συνιστούν τόσο συντηρητικοί όσο και προοδευτικοί οικονομολόγοι.
Η σημερινή στήλη των Ιδεογραφημάτων είναι αφιερωμένη στην ιδέα του διπλού νομίσματος και έχει τη μορφή διαλόγου με τον Δημήτρη Β. Παπαδημητρίου, πρόεδρο του Levy Economics Institute* και καθηγητή στην έδρα Οικονομικών στο Κολέγιο Bard, ο οποίος υποστηρίζει θερμά την εν λόγω πρόταση.
Η αρχική ερώτηση που θα πρέπει να μας απασχολεί είναι οι λόγοι που οδηγούν τις χώρες στην υιοθέτηση ενός διπλού συστήματος πληρωμών. Γιατί, για παράδειγμα, υιοθέτησαν διπλό νόμισμα τόσο οι ΗΠΑ την περίοδο της δεκαετίας του 1930 όσο και η Κούβα επί κομμουνισμού; Οπως εξηγεί ο κ. Παπαδημητρίου, «τα εθνικά νομίσματα επιτρέπουν σε μια κυβέρνηση να επεκτείνει το χώρο της δημοσιονομικής πολιτικής με την αλλαγή στις θέσεις της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Επιτρέπουν σε μια χώρα να υποτιμήσει το εθνικό της νόμισμα προκειμένου να επιτρέψει την εξαγωγή της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών με φτηνότερες τιμές. Με αυτόν τον τρόπο, η οικονομία τής εν λόγω χώρας γίνεται περισσότερο ανταγωνιστική και επιτυγχάνει μια καλύτερα διαχειρίσιμη θέση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ισως ακόμη πιο σημαντικό, μπορούν να εφαρμοστούν στοχευόμενες πολιτικές με απώτερο σκοπό την αύξηση της οικονομικής ανάπτυξης και την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης. Η υιοθέτηση ενός παράλληλου νομίσματος θα πρέπει να σχεδιαστεί προσεκτικά και τα διαθέσιμα ποσά του νέου νομίσματος θα πρέπει να ελέγχονται από έναν ανεξάρτητο φορέα, π.χ. την κεντρική τράπεζα της χώρας, προκειμένου να αποφευχθούν οι πολιτικές πιέσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε υπερπληθωρισμό».
Στο ερώτημα του απώτερου στόχου που θα είχε η εισαγωγή ενός διπλού νομίσματος συγκεκριμένα για την περίπτωση της Ελλάδας, ο κ. Παπαδημητρίου υπογραμμίζει τα εξής: «Κάτω από τις σημερινές οικονομικές συνθήκες, οι επιλογές της Ελλάδας για ανάκαμψη και ανάπτυξη είναι φρικτές. Αν η κατάσταση συνεχιστεί ως έχει, θα χρειαστούν 12-15 χρόνια από σήμερα προκειμένου να επιστρέψει η χώρα στα επίπεδα του ΑΕΠ του 2007 και σε κοινωνικά αποδεκτά ποσοστά ανεργίας. Η εισαγωγή του παράλληλου νομίσματος θα επιτρέψει στην ελληνική οικονομία να πάρει ξανά μπρος. Θα καταστεί εφικτό να καθιερωθούν πολιτικές απασχόλησης που θα απορροφήσουν ένα σημαντικό ποσοστό των σημερινών ανέργων, που θα επαναφέρουν το εισόδημα σε αξιοπρεπή επίπεδα, που θα αυξήσουν την εγχώρια ζήτηση και θα μεγεθύνουν την οικονομική δραστηριότητα. Τα παράλληλα νομίσματα έχουν πολιτικές προκλήσεις, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας, που οι επιλογές της είναι τρομερά περιορισμένες, ίσως να μην υπάρχει καλύτερη επιλογή από το διπλό νόμισμα. Και δεν είναι μια ιδέα που έχει προταθεί από περιθωριακούς οικονομολόγους. Αντιθέτως, την προτείνουν τόσο συντηρητικοί όσο και προοδευτικοί οικονομολόγοι, συμπεριλαμβανόμενων αυτών στον τομέα έρευνας της Deutsche Bank στη Γερμανία».
Ανέφερα στον κ. Παπαδημητρίου την άποψη των επικριτών του διπλού νομίσματος, οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι είναι μια κακή ιδέα, υπό την έννοια ότι αυτό που συμβαίνει είναι πως το κακό χρήμα (ένα υπερεκτιμημένο νόμισμα) διώχνει το καλό χρήμα (υποτιμημένο νόμισμα) και στη συνέχεια του έθεσα το ερώτημα αν αυτό δεν θα μπορούσε όντως να συμβεί σε περίπτωση που η δραχμή χρησιμοποιούνταν παράλληλα με το ευρώ. Εξηγεί:
«Αυτές είναι λογικές και σοβαρές ανησυχίες. Γι' αυτό και είναι σημαντικό θέμα ο έλεγχος και η εποπτεία του ποσού του εθνικού νομίσματος που θα εκδοθεί. Στην αρχή, το εθνικό νόμισμα θα είναι περιορισμένο, δεν θα είναι μετατρέψιμο σε ευρώ ή δολάρια και θα είναι στη μορφή ομολόγων, που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την αποπληρωμή των φόρων. Αν και όλες οι τραπεζικές καταθέσεις θα συνεχίσουν να είναι σε ευρώ, θα υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί όσον αφορά τη μεταφορά τους στο εξωτερικό. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα δεν θα είναι πολύ διαφορετικά απ' ό,τι είναι σήμερα. Ας μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση υποτίθεται ότι κυνηγάει τους καταθέτες που μετέφεραν μεγάλα ποσά στο εξωτερικό. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου χρησιμοποίησε τέτοιου είδους ομόλογα το φθινόπωρο του 2010 για το ποσό των 5,5 δισ. ευρώ προκειμένου να διευθετήσει υποχρεώσεις προς τη φαρμακευτική βιομηχανία, η οποία απειλούσε να σταματήσει την πώληση των φαρμάκων έως ότου εξοφληθούν οι οφειλές της. Για μένα και πολλούς άλλους οικονομολόγους, αυτά τα ομολόγα προς τις φαρμακευτικές εταιρείες ήταν ανάλογα με το "ημι-χρήμα" εφ' όσον μπορούσαν να κατατεθούν σε τράπεζα και να εξοφληθούν με ρευστό».
Με την καταστροφική πορεία που διανύει η ελληνική οικονομία, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αντισταθεί στα λογικά επιχειρήματα που συνοδεύουν την πρόταση της υιοθέτησης του διπλού νομίσματος. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) δεν θα αποδέχονταν την εισαγωγή ενός παράλληλου νομίσματος για μια χώρα-μέλος, ανεξαρτήτως της άθλιας οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στην οποία μπορεί να βρίσκεται. Η άποψη του κ. Παπαδημητρίου γι' αυτό το δίλημμα;
«Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ΕΚΤ, οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο δεν θα στηρίξουν μια τέτοια πολιτική επιλογή, αλλά οι αρχικές ενδείξεις είναι ότι ένα παράλληλο χρηματοοικονομικό σύστημα -η προτιμητέα έκφραση αντί του νομίσματος- δεν απαγορεύεται ρητά από τις συμφωνίες της Ε.Ε. Συνεπώς, πιστεύω ότι αν αποφασιστεί να προχωρήσει η υιοθέτηση της ιδέας ενός παράλληλου συστήματος πληρωμών, θα μπορέσει να υλοποιηθεί. Θέλω βέβαια να υπογραμμίσω ότι δεν θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση και πως θα απαιτηθεί προσεκτικός σχεδιασμός και εκτέλεση της όλης ιδέας. Σε τελική ανάλυση, θα πρέπει να αρχίσουμε να ανησυχούμε πολύ λιγότερο για το τι νομίζουν και τι θέλουν οι Ευρωπαίοι αφέντες και περισσότερο για το τι είναι καλό για την ίδια τη χώρα και τους πολίτες της».
* Για λόγους δημοσιογραφικής δεοντολογίας, αναφέρεται ότι ο γράφων τυγχάνει να είναι μέλος του επιστημονικού/ερευνητικού προσωπικού στο Levy Economics Institute.

Μην επιτρέπεις να σε επηρεάσει αυτό που δεν μπορείς να επηρεάσεις. και Ζήσε Αναλόγως !

Πόσο εύκολα παίρνουμε τη ζωή για δεδομένη και πόσα γεγονότα και καταστάσεις τα θεωρούμε δεδομένα τόσο που έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχουν. Όταν λέω ζωή εννοώ κάθε μικρό και μεγάλο κομμάτι της. Από το ότι αναπνέουμε -που δεν είναι δεδομένο- μέχρι το ότι προσπαθούμε να ελέγξουμε την πορεία της -πόσο αστείο- αποδεικνύεται ότι είναι κομμάτι της ύπαρξης μας η στάση αυτή. Σίγουρα η καθημερινότητα μας θα ήταν πιο χαρούμενη, ουσιαστικότερη και πιο γεμάτη αν δεν παίρναμε τίποτα σαν δεδομένο και διαθέταμε περισσότερη επίγνωση.
Θα γιορτάζαμε κάθε μέρα για το ότι ξυπνήσαμε και είμαστε ζωντανοί. Θα κοιτούσαμε τους ανθρώπους με αχόρταγη βιάση να γεμίσουμε από αυτούς, θα τους πλησιάζαμε χωρίς ντροπές και αναβολές. Θα ήταν όλα αμεσότερα, αληθινότερα! Θα αγκαλιάζαμε τους αγαπημένους μας χαιρετώντας τους και αποχαιρετώντας τους κάθε μέρα.
Και κάθε μέρα θα ήταν μια μικρή γιορτή που κερδίσαμε και έχουμε να την ζήσουμε για λίγο ακόμα. Αν θέλουμε να δούμε πόσο σημαντικό είναι να αναπνέουμε π.χ. το αντιλαμβανόμαστε αν με κάποιον τρόπο δυσκολευτούμε να αναπνέουμε. Αν προσωρινά χάσουμε, έστω και κατ ελάχιστο, αυτό που λανθασμένα θεωρούμε δεδομένο.
Δεν θα ζούσαμε προσπαθώντας να προβλέψουμε ή να ελέγξουμε το μέλλον γιατί πολύ απλά θα δημιουργούσαμε το καλύτερο δυνατό παρόν- το μόνο που διαθέτουμε ως σχετικά βέβαιο. Δεν θα μας άγχωναν ούτε θα μας πλήγωναν οι καταστάσεις και οι γύρω μας γιατί κάθε μέρα θα ήταν ευκαιρία για αγάπη και δημιουργία. Ποσό ουτοπικό αλλά ποσό πολύ θα άγγιζε την ουσία της ύπαρξης μας.
Τί πιο μαγικό από το να ζεις το τώρα χωρίς να υπάρχει τίποτα άλλο στο μυαλό σου; Χωρίς αναστολές και αναβολές. Θα βλέπαμε τον κόσμο τόσο διαφορετικά. Θα αγαπούσαμε τα πάντα. Από το κρεβάτι μας μέχρι και τα αντικείμενα του σπιτιού μας, το φαγητό, τα λουλούδια, τους ανθρώπους γνωστούς και αγνώστους και η καρδιά μας θα ήταν ένα ανοιχτό τετράδιο έτοιμο να γεμίσει τις σελίδες του.
Κι αντί γι αυτό εμείς τι κάνουμε; Γεμίζουμε την αβέβαιη ύπαρξη μας πιστώνοντας τα μέσα σε βάθος χρόνου που φυσικά και δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Γιατί; Γιατί να έχει τόσο πολύ μεγάλη σημασία το ανύπαρκτο μέλλον, μεγαλύτερη από το βέβαιο -έστω και φαινομενικά-παρών; Υπάρχει απάντηση αν ανατρέξουμε στο Εγώ, το μόνο που νοιάζεται για τέτοιες ασημαντότητες.
Να επενδύσεις στο μέλλον, να προσπαθήσεις για να απολαύσεις στο μέλλον, να προσέχεις για να μην δειχτείς τις συνέπειες στο μέλλον, να κάνεις υπομονή και θα αποζημιωθείς στο μέλλον… και στο παρόν; Γιατί το παρόν, που είναι ότι πιο βέβαιο έχουμε, πρέπει να μένει ἠ να περιμένει το μέλλον για να γίνει αρκετά κάλο, ουσιαστικό ή σημαντικό, ειδικά όταν το μέλλον δεν έρχεται ποτέ;
Υπάρχει απάντηση αν ανατρέξουμε στο Εγώ, το μόνο που νοιάζεται για τέτοιες ασημαντότητες, το μόνο που το απασχολούν παράλογα και εξωφρενικά πράγματα για να νοιώθει υπαρκτό, ενώ γνωρίζει πως είναι ανύπαρκτο. Το μόνο που κάνουμε εμείς με αυταπάρνηση είναι να το ταΐζουμε σαν κάτι σημαντικό.
Μια κλασική φράση που ακούμε συχνά και ταυτόχρονα την ξεχνάμε, ότι δηλαδή «ζήσε το σήμερα σαν να μην υπάρχει το αύριο» είναι η πιο σοφή συμβουλή που θα μπορούσα να σκεφτώ. Μην περιμένεις το αύριο για να ζήσεις, μην περιμένεις το αύριο για να κάνεις αυτό που θέλεις, για να αγαπήσεις, για να δημιουργήσεις, για να πλησιάσεις τις επιθυμίες σου, για να δεις τα λάθη σου, για να τα διορθώσεις, για να πληγωθείς, να πονέσεις, να αγαπήσεις, να ζητήσεις, να ζήσεις, μην το περιμένεις γιατί το αύριο μπορεί να μην έρθει ποτέ ή μπορεί να έρθει μεθαύριο.
Μην σπαταλάς ζωή σου σήμερα, περιμένοντας το αύριο, επίσης μην περιμένεις τις συγκυρίες να έρθουν στην πόρτα σου, δεν θα έρθουν ποτέ μόνες τους αν δεν τις προκαλέσεις, αν δεν τις γνωρίσεις, αν δεν τις ζήσεις σήμερα !
Είσαι ηττημένος από το εγώ, όταν πιστεύεις τον πολιτικό, τα νομοσχέδια του πολιτικάντη, τον παπά, τις γραφές του παπά, τον γκουρού της κάθε παλαβομάρας που σου λέει το ένα ή το άλλο. Είσαι ηττημένος κάθε φορά που ικετεύεις, προσεύχεσαι, εκλιπαρείς, ζητάς, περιμένεις, από οποιονδήποτε το οτιδήποτε.
Είσαι ηττημένος όταν αντί να ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ τι να κάνεις με την ζωή σου, εσύ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ πως κάτι θα γίνει με την ζωή σου. Η απόσταση ανάμεσα στο ΝΑ και στο ΘΑ είναι τόσο μεγάλη που τις χωρίζει απεραντοσύνη. Όταν (κι αν) μάθεις αυτήν την τεράστια διαφορά των λέξεων, εκμηδενίσεις την απεραντοσύνη που τις χωρίζει, τότε μπορείς να είναι ΥΕΠΥΘΥΝΟΣ εσύ και μόνον ΕΣΥ, της ζωής σου. Είσαι κερδισμένος όταν έχεις την ΕΥΘΥΝΗ της ζωής σου, ΕΣΥ και δεν σε επηρεάζει τίποτε και κανένας.
Δεν είσαι μόνος σου, το έχουν κάνει χιλιάδες άνθρωποι και δεν δίνουν δεκάρα για την κρίση τους, τις αυξήσεις τους την κατάντια τους. Επικοινώνησε να βρεις τρόπους να ΚΟΨΕΙΣ την γόρδιο δεσμό της κρίσης και ανέλαβε ΕΥΘΥΝΗ.
Βρες τρόπο δηλαδή να μην τους έχεις ανάγκη, αυτό είναι το πρώτο βήμα στο μονοπάτι της Ευθύνης της ζωής σου, υπάρχουν δεκάδες τρόποι αλλά δεν θα στους πει κανένας, μονος σου πρεπει να τους βρεις. Κάνε μότο της ζωής σου τον ακόλουθο αφορισμό, όταν τον σκεφτείς και τον εφαρμόσεις τότε το χάσμα ανάμεσα στο Να και στο Θα αρχίζει να μικραίνει, φρόντισε να το εξαφανίσεις.
Μην επιτρέπεις να σε επηρεάσει αυτό που δεν μπορείς να επηρεάσεις.
και Ζήσε Αναλόγως !