Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

ΤΑΖ ΜΑΧΑΛ! ΜΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ!

Το Ταζ Μαχάλ (Taj Mahal) βρίσκεται κοντά στην πόλη Άγκρα της βόρειας Ινδίας, στις όχθες του ποταμού Γιούμα. Κατασκευάστηκε από τον μογγόλο αυτοκράτορα Σαχ Γιαχάν Α’, τον 17ο αιώνα, στη μνήμη της συζύγου του Μουμτάζ Μαχάλ (εξ ου και Ταζ Μαχάλ). Πολλοί το έχουν χαρακτηρίσει ως το όγδοο θαύμα του κόσμου! Πρόκειται για ένα από τα ομορφότερα μνημεία και η ιστορία του είναι μία από τις πιο ρομαντικές.
Ο Γιαχάν, που βασίλεψε από το 1628 έως το 1658, παντρεύτηκε την Αριουμάντ Μπάνο Μπέγκουμ το 1612. Τη λάτρευε, γι’ αυτό και την αποκαλούσε Μουμτάζ Μαχάλ (Κορόνα του Παλατιού). Η βασίλισσα τον ακολουθούσε παντού, ακόμα και στις στρατιωτικές εκστρατείες.
Στις 17 Ιουνίου του 1631, κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας στο Μπουρχανπούρ της Κεντρικής Ινδίας, η Μουμτάζ Μαχάλ πέθανε, λίγα λεπτά αφότου έφερε στον κόσμο το 14ο παιδί τους. Η τελευταία επιθυμία που εξέφρασε στο σύζυγό της ήταν να φτιάξει ένα μνημείο προς τιμήν της, τόσο λαμπρό που όμοιό του ο κόσμος δεν θα ‘χε ξαναδεί. Και ο αυτοκράτορας κράτησε την υπόσχεσή του…

Οι εργασίες κατασκευής του Ταζ Μαχάλ ξεκίνησαν το 1632 και ολοκληρώθηκαν 22 χρόνια αργότερα. Για την ανέγερσή του δούλεψαν 20.000 εργάτες και δαπανήθηκαν 32 εκατομμύρια ρουπία (κατά προσέγγιση 65.000 ευρώ). Όταν ολοκληρώθηκε, ένας χρυσός φράχτης τοποθετήθηκε γύρω από το φέρετρο, το οποίο -λένε- ο αυτοκράτορας το στόλισε με πέρλες και διαμάντια. Επίσης, τοποθέτησε 2.000 φρουρούς για να το φυλάνε.
Ο Σαχ Γιαχάν σκόπευε να χτίσει άλλο ένα μνημείο από μαύρο μάρμαρο, στην αντίπερα όχθη του ποταμού, για να το αφιερώσει στον ίδιο του τον εαυτό. Πριν ξεκινήσει, όμως, για το δεύτερο εγχείρημά του, ο γιος του Ορανγκζέμπ κατέλαβε την εξουσία και τον φυλάκισε. Ο αυτοκράτορας πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στο οχυρό της πόλης Άγκρα, κοιτώντας το Ταζ Μαχάλ και περιμένοντας τη στιγμή που θα ξανασυναντούσε την πολυαγαπημένη του σύζυγο. Μετά το θάνατό του, το 1666, ετάφη δίπλα της.
Η ιστορία του Ταζ Μαχάλ είναι μια διαχρονική ιστορία αγάπης, που εκατομμύρια άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο συρρέουν για να την ξαναζήσουν, θαυμάζοντας το μοναδικό αυτό μνημείο.

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ - "Αναφορά στον Γκρέκο" απόσπασμα




Tι ευτυχία να μπορούσε ο Έλληνας να σεριανίζει στην Ελλάδα χωρίς ν’ ακούει φωνές, θυμωμένες, αυστηρές, από τα χώματα! Για έναν Έλληνα όμως το ταξίδι στην Ελλάδα καταντάει γοητευτικό κι εξαντλητικό μαρτύριο. Στέκεσαι σε μια πατημασιά ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία: Μνήμα βαθύ, πατωσιές πατωσιές οι νεκροί, κι ανεβαίνουν παράταιρες φωνές και σε κράζουν, γιατί ό, τι μένει από το νεκρό, αθάνατο, είναι η φωνή του. Ποια απ’ όλες τις φωνές να διαλέξεις; Κάθε φωνή και ψυχή, κάθε ψυχή λαχταρίζει ένα σώμα δικό της, κι η καρδιά σου ακούει, ταράζεται και διστάζει να πάρει απόφαση, γιατί συχνά οι πιο αγαπημένες ψυχές δεν είναι πάντα κι οι πιο άξιες.
Όταν ένας Έλληνας ταξιδεύει στην Ελλάδα, το ταξίδι του μοιραία μετατρέπεται σ’ επίπονη αναζήτηση του χρέους. Πώς να γίνουμε κι εμείς άξιοι των προγόνων, πώς να τη συνεχίσουμε, χωρίς να την ντροπιάσουμε, την παράδοση της ράτσας μας; Μια αυστηρή ασίγαστη ευθύνη βαραίνει τους ώμους σου, βαραίνει τους ώμους όλων των ζωντανών Ελλήνων. Ακαταμάχητη μαγική δύναμη έχει το όνομα. Όποιος γεννήθηκε στην Ελλάδα έχει το χρέος να συνεχίσει τον αιώνιο ελληνικό θρύλο.

Ένα ελληνικό τοπίο δε δίνει σ’ εμάς τους Έλληνες μιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας. Έχει ένα όνομα το τοπίο – το λένε Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Ολυμπία, Θερμοπύλες, Μυστρά – συνδέεται με μιαν ανάμνηση, εδώ ντροπιαστήκαμε, εκεί δοξαστήκαμε, και μονομιάς το τοπίο μετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ιστορία. Κι όλη η ψυχή του Έλληνα προσκυνητή αναστατώνεται. Το κάθε ελληνικό τοπίο είναι τόσο ποτισμένο από ευτυχίες και δυστυχίες με παγκόσμιο αντίχτυπο, τόσο γεμάτο ανθρώπινο αγώνα, που υψώνεται σε μάθημα αυστηρό και δεν μπορείς να του ξεφύγεις. Γίνεται κραυγή, και χρέος έχεις να την ακούσεις.

Αληθινά τραγική είναι η θέση της Ελλάδας. Βαριά πολύ η ευθύνη του σημερινού Έλληνα. Απιθώνει στους ώμους μας επικίνδυνο, δυσκολοεκτέλεστο χρέος. Καινούριες δυνάμεις ανεβαίνουν από την Ανατολή, καινούριες από τη Δύση, κι η Ελλάδα, ανάμεσα πάντα στις δυο συγκρουόμενες ορμές, γίνεται πάλι στρόβιλος.

Η Δύση, ακολουθώντας την παράδοση της λογικής και της έρευνας, ορμάει να καταχτήσει τον κόσμο, κι η Ελλάδα, ανάμεσά τους, γεωγραφικό και ψυχικό σταυροδρόμι του κόσμου, χρέος έχει πάλι να φιλιώσει τις δυο τούτες τεράστιες ορμές, βρίσκοντας τη σύνθεση. Θα μπορέσει;
Ιερή, πικρότατη μοίρα. Το τέλος της περιοδείας μου στην Ελλάδα γέμισε τραγικά αναπάντητα ρωτήματα. Από την ομορφιά φτάσαμε στις σύγχρονες αγωνίες και στο σημερινό χρέος της Ελλάδας. Ένας ζωντανός άνθρωπος σήμερα που νοεί κι αγαπάει κι αγωνίζεται δεν μπορεί να σεριανίζει πια και να χαίρεται αμέριμνα την ωραιότητα. Σήμερα η αγωνία μεταδίδεται σαν πυρκαγιά, και καμιά πυρασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να σε ασφαλίσει. Αγωνίζεσαι και καίγεσαι μαζί με όλη την ανθρωπότητα. Κι απάνω απ’ όλους αγωνίζεται και καίγεται η Ελλάδα, αυτή είναι η μοίρα της.

Έκλεισε ο κύκλος. Γέμισαν τα μάτια μου Ελλάδα. Ωρίμασε, μου φαίνεται, μέσα στους τρεις μήνες αυτούς ο νους. Ποια είναι τα πιο πολύτιμα λάφυρα της πνευματικής μου ετούτης εκστρατείας; Τούτα θαρρώ: Είδα καθαρότερα την ιστορική αποστολή της Ελλάδας ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Είδα πως ο ανώτατος άθλος της είναι όχι η ομορφιά παρά ο αγώνας για την ελευθερία. Ένιωσα βαθύτερα την τραγική μοίρα της Ελλάδας και πόσο βαρύ το χρέος του Έλληνα.
Θαρρώ, ευτύς μετά το προσκύνημά μου στην Ελλάδα, ήμουν ώριμος να μπω στην αντρική ηλικία. Και δεν ήταν η Ομορφιά που πήγαινε μπροστά και μ’ έμπαζε στον αντρωνίτη. Ήταν η Ευθύνη.
Τον πικρό αυτό καρπό κρατούσα όταν γύρισα, ύστερα από την τρίμηνη πορεία, και μπήκα στο πατρικό σπίτι.