Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Σ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΟΧΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

σες. Μ’ αυτά, το χτες και το αύριο έπαψαν να υπάρχουν.
Κοινοποίηση
Σήμερα στις 12:09 μ.μ.
«Σ’ αγαπώ», της ψιθύρισε. «Σ’ αγαπώ για τα υπέροχα μάτια που μου χάρισες. Μ’ αυτά, το χτες και το αύριο έπαψαν να υπάρχουν. Το τώρα, έγινε μια ονειρική παντοτινή πανδαισία στη ζεστή αγκαλιά του Θεού».
«Το σώμα του Θεού είναι το σύμπαν», του είπε. «Το σύμπαν ολοκληρώνει η δυαδική σχέση της ενέργειας του πνεύματος».
«Εμείς, από τί είμαστε φτιαγμένοι;» την ρώτησε.
«Ο συνδυασμός του πνεύματος και της ενέργειας κατασκευάζει το σώμα αλλά και όλο το περιβάλλον μας».
«Γιατί; Γιατί πονάμε;»
«Τον πόνο τον φέρνει η απόγνωση της έλλειψης της αγάπης που οι ίδιοι επιλέξαμε στις σχέσεις μας. Μόνοι μας εγκλωβιστήκαμε σ’ αυτήν την αναταραχή, στο μπροστά και στο πίσω, που ονομάσαμε καλό και κακό. Δες την συμπεριφορά των νιφάδων του χιονιού. Αιώνιες, διαχρονικές, άναρχες, κρυστάλλινες πεταλούδες ανακυκλώνονται αφημένες στο παιχνίδι της ζωής, σαν ένα πινγκ πονκ μεταξύ του υπαρκτού και του ανύπαρκτου. Αυτόν τον θαυμάσιο κόσμο ποιος μπορεί να αγοράσει και ποιος μπορεί να τον πουλήσει. Κι όμως ανταλλάξαμε τις αξίες στον διασυρμό του κέρδους. Αντί για αγάπη στην ομορφιά του γαλάζιου, γκρι, μοβ, ροδοκόκκινου ουρανού και στην μαρμαρυγή των αστεριών, ανελέητος οικονομικός πόλεμος…».
Ο Γιώργος χάιδεψε τα ξανθά της μαλλιά. Μετά τα χέρια του με αργές κινήσεις περιπλανήθηκαν στα μάγουλα, στη μύτη, στα χείλη της. Σε ολόκληρο το κορμί της. Έμοιαζε να χαϊδεύει έναν έναν όλους τους ναούς της γνώσης στον πανέμορφο πλανήτη.
«Μη μιλάς», της είπε με βραχνή, ερεθισμένη φωνή. «Οι άγγελοι δεν χρειάζεται να μιλάνε. Πετούν και ζεσταίνουν τον κόσμο με τα φτερά και την ανάσα τους».
Πιάστηκαν χέρι χέρι και τρέξανε πάνω κάτω στον αχανή ουρανό. Ούτε κρύο. Ούτε ζέστη. Μόνον η αγάπη κυλούσε μέσα στις φλέβες τους όπως τα νερά στις θάλασσες, στις λίμνες και στα ποτάμια, ο άνεμος στις βουνοκορφές αλλά και στα φαράγγια, το φως στις ελπίδες ολόκληρης της ανθρωπότητας. Η φωνή τους δεν είχε ήχο. Μιλούσαν μεταξύ τους με μηνύματα από εικόνες. Ο φθόγγος είχε μετατραπεί σε συλλαβή, η συλλαβή σε λέξη και η λέξη σε εικόνα.
Χιλιάδες ασημογυάλιστα μπαλάκια περικύκλωναν την μαύρη γη. Ο ήλιος κρυμμένος φώτιζε το φεγγάρι. Σαν φλεγόμενοι φρουροί, ο Ερμής, η Αφροδίτη, ο Άρης και πιο μακριά οι αστεροειδείς και μετά ο Δίας, ο Κρόνος, ο Ουρανός κι ο Ποσειδώνας με τα φεγγάρια και τους δακτυλίους τους. Πιο μακριά, εκατομμύρια άστρα, σχηματοποιούνταν σε γαλαξίες και νεφελώματα.
Ένα αχανές σύμπαν, όπου το πνεύμα έφτιαχνε τους κανόνες του παιχνιδιού με μόνο υλικό την ενέργεια, που κάποτε είχε εκραγεί, βρισκόταν τώρα στο δρόμο του γυρισμού.
«Θυμήσου το βάρος που είχαμε στην γη και μας έλκυε να ξαναγυρίσουμε στα έγκατα της, στο κέντρο της», του είπε. «Και την πυξίδα που μοιάζει να δείχνει το κέντρο της ενέργειας του σύμπαντος», συνέχισε. «Από το μικρότερο ανεξιχνίαστο και αόρατο μόριο μέχρι και την ολότητα του σύμπαντος, όλα κάποτε απωθούνταν και όλα σήμερα έλκονται να επανέλθουν πίσω στο κέντρο».
«Δηλαδή;»
«Σκέψου μια ενεργειακή παλλόμενη σφαίρα να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει. Είναι ολοφάνερο ότι ούτε η άπωση άλλα ούτε η έλξη τελικώς ολοκληρώνεται διατηρώντας αέναη αυτή την λειτουργία που καταργεί ουσιαστικά την αρχή και το τέλος».
«Δεν υπάρχει αρχή και τέλος;»
«Όχι», απάντησε κατηγορηματικά η Άννα. «Υπάρχει μόνον το ενδιάμεσο τους που λέγεται ζωή. Δεν υπάρχει αρχή χωρίς τέλος αφού κάτι θα έπρεπε να είχε προηγηθεί της αρχής και σίγουρα κάτι θα επακολουθούσε στο τέλος. Ποια αρχή και ποιο τέλος έχει ο κύκλος; Δεν υπάρχουν χωροχρονικές διαστάσεις. Πόσο χώρο και χρόνο χρειάζονται οι ιδέες; Τον χώρο και τον χρόνο τον κατασκευάζουν οι σκέψεις σε ένα μοναδικό παιχνίδι με τις αισθήσεις μας».
«Δεν υπάρχει ύλη;» την ρώτησε.
«Η ύλη είναι το αποτέλεσμα της δυαδικής, διπολικής, σταυρικής, σχέσης μεταξύ της βούλησης και των νόμων της ενέργειας του πνεύματος του Θεού. Η ύλη είναι μια από τις μορφές ή ένα από τα φαινόμενα της ενέργειας, έτσι όπως τα αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις. Σκέψου ένα νόμισμα με δυο όψεις, από την μια η ενέργεια και από την άλλη η βούληση. Η διαφορά της βούλησης του Θεού από την βούληση των όντων είναι ότι η βούληση του Θεού είναι παντοδύναμη ενώ η βούληση των όντων επηρεάζεται από τις θετικές και αρνητικές δυνάμεις που τα ίδια τα όντα κατασκευάζουν στον εγκέφαλο τους δια μέσων των αισθήσεων. Ο άνθρωπος που είναι μέρος του Θεού ανάλογα με την πνευματική του κατάσταση, δημιουργεί και αντιλαμβάνεται κατά το δοκούν την ύλη. Αν κάποιος παρατηρήσει το ανθρώπινο σώμα θα δει ότι αποτελείται από δυο συγκολλημένα οπτικά όμοια τμήματα. Η μορφή του Θεού είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση. Το ίδιο γίνεται με τα ζώα και τα φυτά και τα πάντα».
Η Άννα σταμάτησε να μιλάει. Ήξερε πως αυτά που έλεγε, τα είχε μάθει κατά την διάρκεια της ανεπανάληπτης μεταφυσικής εμπειρίας της. Όσο κι αν προσπαθούσε απλά να τα μεταφέρει στον αγαπημένο της δεν τα κατάφερνε, γιατί ακόμα και οι έννοιες των λέξεων και των εικόνων, εκεί πάνω, άλλαζαν την σημασία τους.
«Κοίταξε αυτό το άστρο», του είπε και προσπάθησε να του δείξει με το δάκτυλο της ένα πράσινο λαμπρό σημαδάκι που ξεχώριζε απομακρυσμένο απ’ τα άλλα. «Αυτό το άστρο ήταν κάποτε εκεί και έτσι όπως το βλέπουμε τώρα. Αφού είναι μακριά μας εκατομμύρια έτη φωτός, αν για κάποιο λόγο έχει εξαφανιστεί, πριν πολλά χρόνια, εμείς θα συνεχίζουμε να το βλέπουμε μέχρι να φτάσει εδώ και η τελευταία ακτινοβολία του. Σκέψου λοιπόν ότι το θαυμάσιο αυτό στερέωμα που βλέπουμε στον ουράνιο θόλο και λαμπυρίζει παίζοντας με την ανοησία μας, δεν είναι τίποτα άλλο από μια ανάμνηση του απώτερου παρελθόντος. Αν συγκρίνουμε και τις τεράστιες αποστάσεις που έχουν μεταξύ τους τα άστρα θα συμπεράνουμε ότι ακόμα και η ανάμνηση αυτή της εικόνας που βλέπουμε τώρα, ποτέ δεν υπήρξε πραγματική, αφού φτάνει σε μας η ακτινοβολία του κάθε άστρου μιας άλλης χρονικής στιγμής. Τίποτα, μα τίποτα δεν είναι πραγματικό, παρά μόνον μια έκφανση της ενέργειας μας διαπαιδαγωγεί στην ομορφιά της απεραντοσύνης και στην αγάπη».
«Σ’ αγαπώ», της ψιθύρισε.
«Κι εγώ», του απάντησε κολλώντας τα χείλη της πάνω στο λαιμό του.
«Σ’ αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα, από την πρώτη στιγμή που έπεσαν τα μάτια μου στα δικά σου. Δεν έμεινα στο προσκεφάλι σου, στο ‘Κρατικό’, όταν αποκοιμήθηκες, γιατί πανικοβλήθηκα. Νόμισα πως μου έκλεψες όλο το είναι, το σώμα, την σκέψη, την ψυχή. Προσπάθησα να αντισταθώ. Είμαι παντρεμένος κι έχω μια μικρούλα που δεν θέλω να την πληγώσω. Η λογική, μου λέει, πως εγκληματώ εις βάρος και των δυο σας».
Η Άννα σφράγισε το στόμα του με το δικό της στόμα. Δάγκωσε τα χείλη του, τόσο που τα μάτωσε και τον έκανε να μουγκρίσει από τον πόνο.
«Σ’ αγαπώ», του ψιθύρισε κολυμπώντας στην ευτυχία. «Σου χαρίζω την ομορφιά μου, την αγνότητα μου, τα ομορφότερα χρόνια μου. Σου χαρίζω το σώμα, την ζωή, την σκέψη μου. Κάνε τα ό,τι θες. Τι άλλο θες;».
Ο Γιώργος δεν ήταν σε θέση να σταματήσει το παράφορο ξέσπασμα της, ούτε είχε την δύναμη να την συγκρατήσει.
«Τί άλλο θες για να πάψεις να σκέφτεσαι;» τον ρώτησε.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Γράφτηκε πριν από 9 ώρες · Σχολιάστε · Μου αρέσει!Δε μου αρέσει · Αναφορά Σημείωσης
Αρέσει στους/στις Manolis Katsoulis, Olveta Ath, Μάρα Κομπίδου και 39 άλλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου